Βιβλιοπαρουσιάσεις: Πέτρος Μπιρμπίλης «Έχω μόνο Εσένα» Εκδόσεις Μελάνι

article_1252181329
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Της  Μαίρης Βασάλου 

  Θραύσματα  ψυχής

    Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων  με τίτλο έχω μόνο εσένα, το πρώτο που αντλεί ο αναγνώστης είναι ο λιτός τρόπος της γραφής του  συγγραφέα  και συνάμα το ιδιότυπο χιούμορ του,  που τον διαφοροποιεί από κάθε τι κοινότοπο και τετριμμένο.

 Οι ιστορίες του – ψηφίδες ζωής – μοιρασμένες σε τέσσερις ενότητες φέρνουν στο φως  αθέατες στιγμές απλών ανθρώπων που ζουν , ονειρεύονται, περπατούν  δίπλα σου, αλλά και ανθρώπων που αποκλίνουν από την καθορισμένη ρότα της ζωής.  

    Με διαπεραστικό βλέμμα σε πρόσωπα και καταστάσεις, ο συγγραφέας  δίνει σάρκα και οστά σε χαρακτήρες που ταλαντεύονται  ανάμεσα στο όνειρο και στην  αμφισβήτηση των επιλογών που έχουν χαράξει τη ζωή τους. Υπάρξεις, που είτε παραπαίουν στον ανικανοποίητο εσωτερικό τους κόσμο, είτε θέλουν να ξεφύγουν από  τον εαυτό τους, που από καιρό και όχι τυχαία έχουν διαγράψει.

 Από το κείμενο ‘Γκάζια’ :

 Στέκεσαι στη μέση του δρόμου. Κάνει ψύχρα μα είσαι ντυμένη ελαφριά.« Είναι γρήγορο το καινούριο αμάξι σου ρωτάς; » Μπαίνεις μέσα. Κάθεσαι πλάι μου χωρίς να μιλάς…Το αμάξι μου τρέχει σαν βολίδα…« Τι θες; Ζήτησε το. Θες να βρεθούμε σε μια άλλη χώρα; Θες να πάμε στ’ αστέρια;»

…Ξέχνα τα’ όνομα σου. Ξέχνα το μικρό σου διαμέρισμα: πενήντα τετραγωνικά μελαγχολία…Από σήμερα όλα καινούργια. Ποτέ ξανά ταμίας στο σουπερμάρκετ …Όταν ήσουν μικρή πίστευες ότι σου ανήκαν όλα. Αργότερα συμβιβαζόσουν με τα μισά. Στα τριάντα σου με μούτρα τσαλακωμένα. Λες και σου την είχαν στημένη.

 …Βλέπεις τα φώτα της λεωφόρου; Ξέμειναν πίσω. Βλέπεις τη θάλασσα; Λίγο ακόμα και φτάσαμε στα αρχαία μάρμαρα..

     Έτσι, στην πρώτη ενότητα που φέρει τον τίτλο ‘ΕΣΥ’,  ο συγγραφέας αποκαλύπτει τη ψυχοσύνθεση  των ηρώων του με την ίδια δεξιοτεχνία που περιγράφει μια πληκτική κοινωνική συναναστροφή, μια νύχτα αγρύπνιας, τη μάνα που σκύβει σ’ ένα χορταριασμένο τάφο,  μνήμες που παιδεύουν, έρωτες που σβήνουν στο χάραμα της μέρας.

Από το διήγημα ‘Νύχτα στάσου’ :

Θεέ μου, τι μονοτονία!  Κι εσύ που νόμιζες ότι θα σου άλλαζε τη ζωή! …Τουλάχιστον, θα θυμάται άραγε το πρόσωπο σου ύστερα από ένα μήνα; Αν συναντηθείτε σε ένα μπαρ ή σε μια στάση λεωφορείου θα θυμάται τη μυρωδιά σου; Τον ξερό σου βήχα;

 …Δεν θες να ξαναβρεθείτε ποτέ. Η δεύτερη φορά είναι σχέση. Την Τρίτη πάτε για δαχτυλίδια                                    .

 …Κάτω από τα ξενοδοχειακά, με μυρωδιά χλωρίνης σεντόνια, ελάχιστοι επιζούν. Οι πιο πολλοί σβήνουν άδοξα.« Καληνύχτα ». Είμαστε όλοι συγκάτοικοι στην κόλαση. Ήταν ωραίο το ότι συναντηθήκαμε στο προαύλιο.

     Ο Πέτρος Μπιρμπίλης, στη δεύτερη ενότητα που φέρει τον τίτλο ‘ ΕΓΩ ’,  με την πένα του να στάζει σταγονίδια πικρίας και μιας κάποιας νοσταλγίας ξεδιπλώνει εμπρός σου αφηγήσεις, που αφορούν στα χρόνια της νεότητας, για ταξίδια αναζήτησης στα λιμάνια του κόσμου, για καλά κρυμμένα συναισθήματα που διψούν να βγουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην επιφάνεια, για λόγια που έπρεπε να ειπωθούν και δεν  ειπώθηκαν  την καίρια στιγμή. Εδώ, η ανάλαφρη έκφραση  συνυπάρχει με τη δραματική στην καταγραφή προσωπικών βιωμάτων, διατηρώντας εν τούτοις τη  λιτή γραφή  χωρίς εξάρσεις σε ιστορίες αθωότητας και ενοχής, ιστορίες αποξένωσης από φίλους και αγαπημένα πρόσωπα.

     Φθάνοντας στις τελευταίες ενότητες  ‘Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ’  και ‘ΚΙ ΟΤΙ ΑΛΛΟ ΜΕΝΕΙ’  παραμένεις σε κάθε κείμενο, σε κάθε πρόταση, γοητευμένος τόσο με τις κάθε λογής ανθρώπινες φιγούρες των ιστοριών του όσο και με την αντιμετώπιση τους από τον συγγραφέα με τρόπους και τεχνικές που μετριάζουν το φορτίο της καθημερινότητας τους.  

     Και όσο  ο ζωντανός ρεαλισμός που χαρακτηρίζει τα διηγήματα του Πέτρου Μπιρμπίλη  άλλοτε συναντιέται με τον παιγνιώδη αλλά και απολαυστικό τόνο που διατρέχει τη γραφή του  κι άλλοτε με τη τρυφερή και ποιητική του διάθεση,  νιώθεις  την κάθε ιστορία να τη μοιράζεται μαζί σου.                                                             

Από το διήγημα ‘Ένας κοσμικός απ’ το Αγρίνιο’ :

 …Ούτε μια φορά, όμως, δεν ξέχασα το χωριό του παππού μου. Στο Φαρ Ουέστ της Ελλάδας. Στο ‘εξωτικό’ Αγρίνιο. Ούτε τον πρώτο καιρό που ήρθα αντιμέτωπος με το μητροπολιτικό θηρίο που ονομάζεται Αθήνα…Γιατί ωραίες οι κοσμικές στέπες, οι τροπικοί κήποι και η ψευδαισθησιακή νωχελικότητα, ωραίοι οι ερωδιοί και τα υπερφίαλα παγόνια. Όμως αν η πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία, τότε εγώ είμαι ένα παιδί της επαρχίας. Και όσο θα εκστασιάζομαι με τις μυρωδιές του χώματος, την αφή του ξύλου και τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου, θα αισθάνομαι τυχερός γι’ αυτό.    

   

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.