Εφιάλτες εν έτει 2013 μ.Χ.…

alt
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Γράφει η Γωγώ Ατζολετάκη 
(Ηθοποιός – Συγγραφέας)

Δεν την είχα αντιληφθεί καθόλου. Έτσι όπως βάδιζα βυθισμένη σε σκέψεις υποσχετικών, γαλάζιων οριζόντων και ζαλισμένη από έναν ελπιδοφόρο ήλιο, ούτε καν υποψιάστηκα ότι περπάταγε πλάι μου. Την ένιωσα, όταν μ’ ακούμπησε. Απαλά. Σαν μια μαλακιά σταγόνα νερού, που όμως βιάζεται να μπει στο μεγάλο ποτάμι, να χαθεί μέσα στην κατηφορική ροή.

Ούτε καν ήξερα, αν ήταν άντρας ή γυναίκα. Γύρισα απλά για να δω, ποιος είναι. Και τότε πέτρωσα. Από τον τρόμο. Το στόμα μου έγινε μια μικρή άνυδρη σπηλιά. Αντίκρυ μου στεκόταν ένα πλάσμα αλλόκοτο, εφιαλτικό, βγαλμένο μέσα από παραμύθια ζόφου και συμφοράς. Το φύλο της, γυναίκα. Μια δίμορφη γυναίκα. Από τη μια μεριά το πρόσωπό της έβγαζε την εικόνα ενός πασίχαρου κοριτσιού, που τρέχει ν’ ανταμώσει τη ζωή με την ορμή της άμαθης νιότης. Από την άλλη, το πρόσωπό της κουβάλαγε τ’ αχνάρια και τον πόνο από πατήματα αιώνων.

Στο σώμα, αδύνατη… πολύ αδύνατη… λες και περπάταγε με μόνο στήριγμα τα κόκαλά της. Και στο κεφάλι… οστά πάνω σε οστά, και μερικές λιγδιασμένες τρίχες που έπεφταν άτσαλα πάνω και γύρω απ’ τα μάτια. Μάτια τεράστια, πελώρια… άνετα ˙ για να βρίσκει μπόλικο χώρο να κατασκηνώσει ο Φόβος.

Πλησίασα. Νίκησα την αποστροφή μου και πλησίασα. Η αναπνοή της ένας ρόγχος, το χνώτο της βρώμαγε πείνα. Κι ένας μικρός παφλασμός ξέφευγε από το στόμα της, που είχε μέσα μόνο ούλα. Κάποιος την είχε ξεδοντιάσει, να μην μπορεί πια να δαγκώνει, να είναι εντελώς ακίνδυνη.

Αμηχανία. Το αρχικό μου σφίξιμο είχε χαλαρώσει, και τώρα σκεφτόμουνα πώς θα μπορούσα να βοηθήσω αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα. Τη ρώτησα, αν θα ’θελε να πάμε έναν περίπατο μαζί. Αρνήθηκε σηκώνοντας το κεφάλι. Και τότε είδα στο λαιμό της… είδα σημάδια από χαλκάδες, αιμάτινες σφραγίδες από κρίκους, αλυσοδέματα και βρόχους. Θηλιές που κόβουν την ανάσα, θηλιές που πνίγουν, θηλιές που ανοίγουν διάπλατα τις Πύλες του Θανάτου.

Σήκωσε και το χέρι της. Και τότε είδα εκεί στα δάχτυλα και στην παλάμη… είδα ρόζους, και κάλους, και πληγές… σημάδια μόχθου και κακοτράχαλης ζωής, ζωής κλεμμένης στη μέση ενός ολογέλαστου ονείρου, ζωής που περπατούσε ανέμελη κι ούτε που είχε φανταστεί πως κάποιες χθόνιες δυνάμεις ήδη ξεπούλαγαν την προίκα της στα φτηνοπάζαρα του κόσμου.

Μείναμε αρκετή ώρα εκεί στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας η μια την άλλη. Και ξαφνικά σα να διαλύθηκε. Λύγισε ελαφρά τα κόκαλά της προς τα πίσω, και χάθηκε. Ταράχτηκα. Άρχισα ν’ αμφιβάλλω για τις φρένες μου. Την είδα αλήθεια αυτή την παράξενη γυναίκα, αυτό το πλάσμα που δεν έμοιαζε του κόσμου τούτου… ή ήταν αποκύημα της φαντασίας μου ;

Έτρεξα σπίτι. Να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου να συνέλθω. Μπόλικο δροσερό νερό… Την ώρα που σηκωνόμουνα απ’ το νιπτήρα, τα μάτια μου πέσανε πάνω στον καθρέφτη. Και τότε τρόμαξα για δεύτερη φορά. Τρόμος καταλυτικός, τρόμος εξόντωσης. Εκεί, στη λαμπερή επιφάνεια του καθρέφτη, δεν έβλεπα το είδωλό μου. Στην επιφάνεια του καθρέφτη, απέναντί μου, βρισκόταν εκείνη η αλλόκοτη γυναίκα. Τα πόδια μου τρεμούλιασαν. Αυτή κι εγώ είχαμε γίνει ένα;… Ναι ! Ήμασταν ένα. Εγώ ήμουν αυτή κι αυτή ήταν εγώ… Μα πώς δεν το κατάλαβα; Πώς δε με γνώρισα εκεί στο δρόμο;…

Έκανα να φωνάξω, μα δεν πρόλαβα. Ο ήχος πνίγηκε στον ουρανίσκο μου. Γιατί από το βάθος του καθρέφτη είδα να ’ρχονται προς το μέρος μου ορδές ανθρώπων – χιλιάδες, εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά… όμορφοι, γελαστοί, ευτυχισμένοι… αθώοι άνθρωποι βάδιζαν κάτω από έναν ελπιδοφόρο ήλιο έχοντας πίσω τους έναν υποσχετικό, γαλάζιο ορίζοντα. Κι ερχόντουσαν, όλο ερχόντουσαν προς το μέρος μου… και ξαφνικά ο ορίζοντας έγινε κόλαση – πύρινες γλώσσες της αποκαλύψεως κατάπιναν το υποσχετικό γαλάζιο… κι ο ήλιος έγινε πυρακτωμένο κάρβουνο που σκόρπισε σαν πύρινη βροχή απάνω στα κεφάλια των αθώων… Και όσο προχωρούσαν προς το μέρος μου όλες αυτές οι ορδές των ανθρώπων – άντρες, γυναίκες και παιδιά – , άλλαζαν… κι όλο άλλαζαν… και όταν έφτασαν στην επιφάνεια του καθρέφτη, είχανε πάρει την όψη εκείνης της αλλόκοτης γυναίκας, εκείνης της φτωχιάς καθημαγμένης ύπαρξης, που το χνώτο της βρώμαγε πείνα… που κάποιος την είχε ξεδοντιάσει για να μη δαγκώνει… και που το λαιμό της στόλιζαν σημάδια από θηλιές που ανοίγουν διάπλατα τις πύλες του Θανάτου.

Εφιάλτης… Εφιάλτες… Καρβουνιασμένων ήλιων, καταποντισμένων γαλάζιων οριζόντων σε μια καμένη γη, που κάποτε την είπανε «Χώρα του Ήλιου» και την ονόμασαν ΕΛΛΑΔΑ.

Εφιάλτες εν έτει 2013 μ.Χ !

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.