Μια στιγμή Ανάγνωσης

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Αφροδίτης Παπαδημητροπούλου

Ο Γερμανός, κομμουνιστής και αντιμιλιταριστής, Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν ο μόνος βουλευτής σε όλο το Ράϊχσταγκ που φώναξε όχι και καταψήφισε τις πολεμικές πι­στώσεις ώστε να αποτρέψει την είσοδο της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την επιλογή του αυτή σχεδόν λιντσαρίστηκε από περαστικούς στις (2 Δεκεμβρίου 1914).

Ο Λίμπκνεχτ αρνήθηκε με κάθε κόστος να συναινέσει στην μεγαλύτερη ως τότε μαζική σφαγή ανθρώπων πηγαίνοντας κόντρα στην τότε αντίληψη του “γερμανικού λαού”…στις μέρες μας, μια κυβέρνηση της Αριστεράς οφείλει να τερματίσει την κοινωνική-οικονομική γενοκτονία που επέβαλλαν στην Ελλάδα οι δυνάμεις των μνημονίων και του νεοφιλελευθερισμού, να εξαλείψει την διαφθορά και την διαπλοκή, να μεταρρυθμίσει ριζικά το κράτος και τους θεσμούς του. Πολιτική Ανατροπή όμως δεν θα έρθει με έναν λαό εξαθλιωμένο που δεν έγινε αριστερός ή προοδευτικός συνειδητά αλλά θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ με το θυμικό και την πραγμάτωση της πολιτικής θεωρίας του <ώριμου φρούτου>…με συμβιβασμούς, υποχωρήσεις στις ασύδοτες συναλλαγές Εκκλησίας -κράτους ετοιμάζονται τα νέα Μακρονήσια με χειρουργική μεθοδικότητα! Πριν λοιπόν έρθει ο λιμός, μας πάρουν μαζικά τα σπίτια και φιμωθεί κάθε φωνή αντίστασης θα έχουμε πρώτα στοιβαχτεί σε Φυλακές τύπου Γ’, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απλά θα απαγορεύεται “η συνάθροιση άνω των τριών ατόμων”…η <Ιερή Επιστασία> της Κουμουνδούρου ας ορθώσει ανάστημα ή μήπως τελικά δεν έχει καν ύψος παρά μόνον <δόκιμους θεοστόκους> του <θρήσκευε και επαναστάτησε> εκ των ασφαλών μικροαστών νοικοκυραίων;

 

…. απόσπασμα από “Το Φονικό στην Εκκλησία” του Τ.Σ. Έλλιοτ

“Δεν έχουμε εδώ μένουσα πόλη, δεν είναι εδώ γωνιά

ν’ ακουμπήσεις.

Κακός ο αγέρας, κακός ο καιρός, αβέβαιο το κέρδος,

βέβαιος ο κίνδυνος.

Ω αργά αργά αργά, αργοπορεμένος ο καιρός, αργά

πολύ αργά, και σάπιος ο χρόνος·

Ο άνεμος πονηρός, το πέλαγο πικρό, και στάχτη ο ουρανός,

στάχτη στάχτη στάχτη.

Ω Θωμά, γύρισε πίσω, Αρχιεπίσκοπε· γύρισε,

γύρισε στη Γαλλία.

 

Γύρισε. Γρήγορα. Ήσυχα. Κι άσε μας ήσυχα ν’ αφανιστούμε.

Έρχεσαι με γιορτές, έρχεσαι με χαρές, μα έρχεσαι φέρνοντας

θάνατο στην Καντερβουρία:

Μια μοίρα πάνω στο σπίτι, μια μοίρα πάνω σου, μια μοίρα πάνω

στον κόσμο.

Τίποτα δε γυρεύουμε να γίνει.

Εφτά χρόνια ζήσαμε ήσυχα.

Πετύχαμε να μη μας προσέχουν.

Ζώντας και ψευτοζώντας.

Είχαμε τυραννία και χλιδή,

Είχαμε φτώχια και παραλυσία,

Είχαμε ακόμη κάποιες αδικίες

Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας,

Ζώντας και ψευτοζώντας

 

Κάποτε μας λείπει το σιτάρι,

Κάποτε έχουμε καλή σοδειά.

Τον ένα χρόνο έχουμε βροχές,

Τον άλλο χρόνο αναβροχιά,

Τον ένα χρόνο τα μήλα περισσεύουν,

Τον άλλο χρόνο λείπουν τα δαμάσκηνα.

Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας.

Ζώντας και ψευτοζώντας.

 

Γιορτάσαμε τις γιορτές, πήγαμε στην εκκλησιά,

Φτιάξαμε μπίρα και μηλίτη,

Μαζέψαμε ξύλα για το χειμώνα,

Κουβεντιάσαμε στη γωνιά του τζακιού,

Κουβεντιάσαμε στη γωνιά του δρόμου,

 

Κουβεντιάσαμε κι όχι πάντα ψιθυριστά,

Ζώντας και ψευτοζώντας.

Είδαμε γέννες, γάμους και θανάτους,

Είχαμε σκάνδαλα λογής λογής.

Είχαμε φόρους που μας βασανίζαν.

Είχαμε γέλια και κουτσομπολιά,

Εξαφανίστηκαν πολλές κοπέλες

Ανεξήγητα, και κάποιες δεν ήτανε γι’ αυτά.

Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους

Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους.

 

Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι

του ενός μα των πολλών.

Ένας φόβος σαν τη γέννηση και το θάνατο, καθώς βλέπουμε

τη γέννηση και το θάνατο μόνους

Μέσα σ’ ένα κενό, ξεχωριστά.

Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που

δε μπορούμε ν’ αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει,

Κι οι καρδιές μας ξεριζώνονται το μυαλό μας ξεφλουδίζεται

σαν τις φλούδες κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας

χαμένος χαμένος

 

Σ’ έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει. Ω

Θωμά Αρχιεπίσκοπε.

Ω Θωμά Άρχοντέ μας, άφησέ μας κι άφησέ μας να

μείνουμε μέσα στην ταπεινή την ξεθωριασμένη

κορνίζα της ύπαρξής μας, άφησέ μας μη μας ζητάς

Ν’ αντισταθούμε στη μοίρα του σπιτιού, στη μοίρα του

Αρχιεπίσκοπου, στη μοίρα του κόσμου.

Αρχιεπίσκοπε, σίγουρος κι ασφαλισμένος για το

πεπρωμένο σου, άφοβος μέσα στους ίσκιους, τάχα

λογάριασες τι ζητάς, λογάριασες τι σημαίνει

Για το μικρό λαό, τον τραβηγμένο μέσα στο υφάδι του

πεπρωμένου, το μικρό λαό που ζει μέσα σε

μικροπράγματα.

 

Το τέντωμα του νου του μικρού λαού που αντιστέκεται

στη μοίρα του σπιτιού, στη μοίρα τ’ αφέντη του,

στη μοίρα του κόσμου:

Ω Θωμά. Αρχιεπίσκοπε, άφησέ μας, άφησέ μας, άφησε

το Δούβρο, το σκυθρωπό, και κάνε πανιά για τη

Γαλλία. Θωμά Αρχιεπίσκοπέ μας, Αρχιεπίσκοπέ

μας ακόμη και στη Γαλλία. Θωμά Αρχιεπίσκοπε,

σήκωσε τ’ άσπρο πανί ανάμεσα στη στάχτη

τ’ ουρανού και το πικρό το πέλαγο, άφησέ μας, άφησέ

μας για τη Γαλλία.”

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.