Βασίλης Λασκαρίδης Από το αρχείο του Θανάση Κάππου

Basilis laskaridis
Facebook
Twitter
LinkedIn

Βασίλης Λασκαρίδης

Από το αρχείο του Θανάση Κάππου*

Η αλήθεια είναι πως τον έψαχνα πολύ καιρό και δεν ήμουν συνεπής μια δυο φορές που φτάσαμε κοντά στο να κανονιστεί ένα ραντεβού για να μιλήσουμε.

Όταν όμως έφτασαν τα πράγματα στο απροχώρητο (έπρεπε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση του βιβλίου), έπρεπε πάση θυσία να μιλήσουμε. Τα καταφέραμε έστω και τηλεφωνικά. Παρά τα ενενήντα τέσσερα του χρόνια ακμαιότατος, με λίγο μόνο τρεμάμενη φωνή με παρέπεμψε στο βιβλίο του  (Βασίλης Θ. Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορίας, Εκδόσεις Βιβλιόραμα σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Αθήνα 2006).

Μια πραγματικά μοναδική ιστορία για την περιπλάνηση του ( Μακρονήσι, Αη Στράτης) στην «βιομηχανία της ηθικής εθνικής αναμορφώσεως».

«Από τις 28 Φεβρουαρίου 1949, μαζί με την πρώτη αποστολή από τον Αη Στράτη, συγκεκριμένα την πειθαρχική, στην οποία τον τελευταίο μήνα είχε ενσωματωθεί και η απομόνωση, βρέθηκα στο Μακρονήσι.

Μας εγκατέστησαν στον 5ο κλωβό, αλλά μετακόμισα κατόπιν στον πρώτο, γιατί έμενε εκεί  ο αδερφός μου Λάσκος, που είχε μεταταχθεί με τις πρώτες αποστολές από την Ικαρία.

Ως τις αρχές του καλοκαιριού, όπως εφημολογείτο, όλοι οι πολιτικοί εξόριστοι από Ικαρία, Αη Στράτη και Λήμνο περί τις δεκατρείς χιλιάδες, εγκαταστάθηκαν στις τοποθεσίες Φούρνοι και Αη Γιώργη.

Μας παραλάμβανε η Χωροφυλακή. Όμως, ήτανε προαποφασισμένο από την κυβέρνηση του  εμφυλίου πολέμου να μας αναλάβει ο στρατός, για να μας «αναμορφώσει εθνικά» και να τελειώνουνε με την αιχμάλωτη στρατιά «εαμοκομουνιστών», εφεδρεία των «ληστοσυμμοριτών»

«…Είχανε προηγηθεί τα γεγονότα της 29ης Φεβρουαρίου και 1ης Μαρτίου 1948 με την απροκάλυπτη εγκληματική δολοφονική επίθεση στα στρατευμένα παιδιά του λαού μας. Εκατοντάδες οι νεκροί και τραυματίες.

Τα βασανιστήρια συνεχίζονται μέρες και νύχτες για μήνες. Παρ΄όλα αυτά δημιουργείται η απομόνωση – το σύρμα για τους αμετανόητους στρατιώτες και έφεδρους αξιωματικούς.

Η ατμόσφαιρα από αυτά που μαθαίνουμε είναι βαριά. Τα ίδια μας περιμένουν κι εμάς. Ήδη η πρώτη αποστολή, διακόσιοι ογδόντα νέοι μικρότερων κλάσεων, τον Μάρτη του 1949, με σκοπό δήθεν να αναμορφωθούνε για να υπηρετήσουνε την πατρίδα, οδηγούνται στην πραγματικότητα σε σφαγείο. Το τι βασανιστήρια υπέστησαν δεν περιγράφεται. Αξέχαστος ο ήρωας αυτής της αποστολής (Μαρτιάτες ονομάστηκαν) ο Μανώλης Παπουτσάκης.

Προηγήθηκαν άλλες δύο αποστολές νέων, από Ικαρία διακόσιοι πενήντα, Αη Στράτη και Λήμνο διακόσιοι εβδομήντα. Τα ίδια τρομερά βασανιστήρια από τους διοργανωτές και εκτελεστές εγκληματίες βασανιστές. Θέλανε να μας υποβάλλουνε, με την ατμόσφαιρα που δημιουργούσανε, το δίλλημα: θάνατος ή δήλωση μετάνοιας.

Στόχος τους η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της συνείδησης των αγωνιστών, που το σύνολο τους ήτανε αντιστασιακοί, που πολέμησαν κατά των κατακτητών, και στην πλειοψηφία τους ήταν μέλη η οπαδοί του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ.

Αυτά γίνονται στο Α΄ΕΤΟ-ΕΣΑΪ (Πρώτο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών-Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεων Ιδιωτών). Διοικητής είναι ο ταγματάρχης Βασιλόπουλος και υποδιοικητής ο λοχαγός Ιωαννίδης, ο μετέπειτα χουντικός δικτάτορας.

Ακολουθούν οι αποστολές  12,18,20,22 και 25 Οκτώβρη 1949. Με την τελευταία φεύγω  κι εγώ. Όλοι νέοι μέχρι τριάντα χρονών. Σηκωθήκαμε πολύ πρωί, ειδοποιημένοι από την προηγούμενη μέρα για την μετακίνηση μας και την παραλαβή μας από τον στρατό. Όταν ξύπνησα είχα ένα συναίσθημα σιγουριάς για ο,τι θα επακολουθήσει.

Είχα δει στον  ύπνο μου ότι από τους βασανιστές αλφαμίτες είχα υποστεί τέτοια και τόσα βασανιστήρια για να υποκύψω και να υπογράψω δήλωση μετάνοιας, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ένοιωθα τόσο ευχαριστημένος γιατί είχα επιτελέσει το ύψιστο για εκείνες τις συνθήκες κομματικό καθήκον, να πλησιάσω καμία τριανταρία συντρόφους μου γνωστούς ή και πρώην συνεργάτες, για να τους μιλήσω και να τους πείσω πως, αν χρειαστεί, πρέπει και να πεθάνουμε ακόμα, και από τα βασανιστήρια, προκειμένου να μην υποκύψουμε, να μην υπογράψουμε δήλωση μετάνοιας».

«…Περίπου τρεισήμισι χιλιάδες νέους παρέλαβε ο Στρατός από τη Χωροφυλακή στο Α΄ΕΤΟ-ΕΣΑΪ μέσα σε μια απερίγραπτη ατμόσφαιρα θανάτου (μεγάφωνα με συνθήματα και απειλές, ροπαλοφόροι βασανιστές αλφαμίτες, ντού από «ανανήψαντες»). Κάτι το ασύλληπτο και απερίγραπτο.

Αποτέλεσμα: πέντε νεκροί, πάνω από εκατό τρελοί, πενήντα στο νοσοκομείο του Γ΄ Κέντρου και άλλοι τόσοι με διάφορα κατάγματα: σπασμένα χέρια, πόδια, πλευρά, κεφάλια και κάμποσοι που μουγκάθηκαν από το σοκ. Όπως ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο Γιάννης Χοντζέας, ο Μυλωνάς ή Ιωνάς Παρασκευάς, ο Μήτσος  Κιουταχέας.

Την τελευταία αποστολή όπου ήμουνα κι εγώ, μας άφησαν ως το απομεσήμερο για να  μας σπάσουνε μ΄όλα τα βάρβαρα μέσα: ουρλιαχτά, προπηλακισμούς, ξύλο, μεγάφωνα με απειλές, συνθήματα αντικομμουνιστικά, εμβατήρια.

Χρησιμοποιούσαν ακόμη και ντου από πρώην συντρόφους μας που ΄χανε σπάσει πριν μέρες ή και παρακάλια από άτομα και ομάδες της ίδιας της αποστολής μας, ήδη «σπασμένους» που  τους εξανάγκαζαν οι βασανιστές.

Την αποστολή μας την αποτελούσαν  εξακόσιοι είκοσι. Μείναμε καμιά εξηνταριά και μας συγκέντρωσαν στο κέντρο της «αρένας»(της πλατείας). Το τι γινότανε και το τι ακούγαμε δεν περιγράφεται. Στόχος τους ήταν να φτάσουμε όσο  το δυνατό λιγότεροι στη χαράδρα, στο πίσω μέρος του στρατοπέδου, όπου ήταν η απομόνωση με τα τελικά θανατηφόρα βασανιστήρια.

Τι να πρωτοθυμηθώ. Είχα στριμώξει στο τοίχωμα – είσοδο της αρένας τον Ζήση τον Θέο και του λέγα: Μην τυχόν και κάνεις δήλωση, να σκεφτείς τον πατέρα σου και μην ξεχνάς τους δεκαέξι επονίτες θανατοποινίτες που κινδυνεύουνε να εκτελεστούνε. Ήταν και καρδιακός. Εκείνες τις στιγμές «αγανακτισμένοι», «ανανήψαντες» είχανε λυντσάρει δύο και προσπαθούσαν να τους απομονώσουν χτυπώντας τους.

Ακούσαμε να φωνάζουν ο ένας «θάνατος στον φασισμό» κι ο άλλος «λευτεριά στον λαό». Όπως μάθαμε στο σύρμα, στην απομόνωση  στη χαράδρα όταν ανταμώσαμε ήταν δύο λαμπροί σύντροφοι, ο Γιώργης Λώτσης και ο Παναγιώτης Μακρής.

Ακούσαμε κι έναν άλλο, κατά τον ίδιο τρόπο λυντσαρισμένο να κάνει το τρένο. Λέγαμε, πάει κι αυτός, τρελάθηκε. Ήταν ο Στέλιος Κορέλ. Από τα μεγάφωνα τα συνθήματα, απ΄ τους βασανιστές οι άγριες φωνές, τα ουρλιαχτά.  Για όσους μείναμε ήταν μια κόλαση.

Τελικά, καμιά σαρανταριά μας οδήγησαν στη χαράδρα οι αλφαμίτες βασανιστές, με κλωτσιές, βουρδουλιές, προπηλακισμούς, με επικεφαλής τον υπολοχαγό Καστρίτη διοικητή του λόχου φρουράς της ΕΣΑ, και τον μετέπειτα χουντικό δικτάτορα Ιωαννίδη.

Στη χαράδρα, με ξύλα, ρόπαλα, βουρδουλιές, κλωτσιές, γροθιές, ακατανόμαστες βρισιές, αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες μπορεί να είχαν όλα αυτά για τη σωματική μας ακεραιότητα, μας πήγαν ως το ηλιοβασίλεμα. Από την τελευταία αποστολή  αντέξαμε είκοσι.

Η μεγαλύτερη αναλογία απ΄ όλες τις αποστολές. Δεν ξέρω  πως,  έμεινα τελευταίος με προτελευταίο τον Κώστα Διαφωνίδη (ήταν κι αυτός από τον πρώτο κλωβό). Σε μια ανάπαυλα που ξεκουράζονταν πέντε-έξι αλφαμίτες-βασανιστές, ακούω τον Ιωαννίδη να φωνάζει: «Φτάνει, κι όχι στο κεφάλι! Δεν περιμέναμε ότι θα ΄χαμε τέτοια συντριπτικά αποτελέσματα…».

Όπως είμαστε γονατοξαπλωμένοι και σακατεμένοι από τα βασανιστήρια δίπλα, δίπλα, βρίσκω το κουράγιο και ψιθυρίζω στον Διαφωνίδη: Κράτα ρε, μην κάνεις δήλωση. Φορούσε ένα γκρι ημίπαλτο ψαροκόκαλο. Τον πήραν κι έμεινα μόνος.

Τότε, επειδή αντιστεκόμουνα, έπιανα το βούρδουλα και τους έριχνα κάτω, αγριεύουν με πιάνουν και με γυμνώνουν από την μέση και πάνω και πάνω στην πάλη ακούω  τον αρχιβασανιστή  Κατσιμίχα να φωνάζει: Ρε, τον πούστη, αυτός έχει αθλητικό σώμα να τον γαμήσουμε.

Όπως είχα μείνει μόνος μου, έπεσαν όλοι πάνω μου και χτυπούσαν.  Δεν ξέρω κι εγώ πόσες έφαγα. Δεν λιποθύμησα, δυστυχώς. Αναγκάστηκα να κάνω τον πεθαμένο. Άρχισε να σουρουπώνει με τράβηξαν από τα πόδια και σούρνωντας με καμιά πενηνταριά μέτρα με  πέταξαν μέσα στη σκηνή, στη χαράδρα, όπου βρίσκονταν όσοι είχαν προηγηθεί.

Η κατάσταση στη σκηνή έμοιαζε με κόλαση. Ο Μπριλάκης μουγκός και να μουγκρίζει, ο Νίκος Ζαχαρόπουλος να αγκομαχάει και να κλαίει, άλλος να αγκομαχάει από τους πόνους, πιο πέρα άλλος να ουρλιάζει… Με πετάνε ανάσκελα και συνεχίζω να κάνω τον πεθαμένο. Σε μια στιγμή, ο Κατσιμίχας ο βασανιστής, για να το επιβεβαιώσει σηκώνει το πόδι μου ψηλά και το αφήνει να πέσει σαν ξύλο. Χτυπάω πίσω τον τένοντα, στη φτέρνα, πάνω στην κοφτερή πέτρα που σημάδευε τον διάδρομο στην σκηνή. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά που να μιλήσω!

Εξακολουθώ να κάνω τον πεθαμένο. Ακούω τον Κατσιμίχα να μονολογεί: «Πάει αυτός…».

Είχε αρχίζει να σκοτεινιάζει. Όπως με πετάξανε ανάσκελα, δίπλα μου έπεσε μπρούμυτα ένας άλλος σύντροφος και το δεξί μου χέρι πλακώθηκε από το σώμα του. Κάποια στιγμή μέσα στην κόλαση, νοιώθω ένα χέρι να πιάνει το δικό μου και να το σφίγγει. Το σφίγγω κι εγώ. Μέσα σε εκείνη την ζούγκλα είπαμε τόσα πολλά στα μουγκά που δεν τα είχαμε ξαναπεί ως τότε. Αυτός ο άλλος σύντροφος δίπλα μου ήταν ο διαλεκτός αδελφός Παναγιώτης Μακρής.

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν ήρθαν αλφαμίτες και συνεξόριστοί μας (είχαν τακτοποιηθεί) με φορεία και άρχισαν να κάνω στο ΕΣΑΪ τους πιο βαριά χτυπημένους. Δεν  θα  ξεχάσω αυτό τρομερό. Με κατεβάζουνε τέσσερεις με το φορείο και κλαίνε. Τους ακούω να λένε: Πάει, τον χάσαμε τον Βασιλάκη. Ήταν κατά σύμπτωση συνεξόριστοι από την απομόνωση του Αη Στράτη.

Αντιλήφθηκα τον Στάικο και τον Βουλιώτη, θεσσαλονικείς. Συνεχίζω να κάνω τον πεθαμένο. Ήμουν σε κακά χάλια, άμορφη μάζα από τους πολλαπλούς τραυματισμούς, χωρίς, κατά σύμπτωση να έχω σπάσει τίποτε.

Μας ρίξανε δεν ξέρω πόσους σε μια σκηνή όπου ζήσαμε άλλο δράμα: χτυπημένοι, σακατατεμένοι, με μουγκρητά τρέλας και κλάματα… Αναγνώρισα τον Μπριλάκη παραδίπλα μου, τον Ν. Μπότσαρη με βαριά μελανιασμένο το δεξί του μάτι και παραπέρα ένα σύντροφο χτυπημένο που έκλαιγε και έπρεπε να βρω το κουράγιο να τον παρηγορήσω γιατί είχε κάνει δήλωση. Ήταν αδελφός ενός από τους τρεις ήρωες του Κάστρου του Υμηττού.

Όσοι είμαστε βαριά μας μεταφέρουν με αυτοκίνητο στο πρόχειρο νοσοκομείο του Γ΄ Κέντρου. Αυτή η μεταφορά που δεν ήταν απόσταση παραπάνω από ενάμιση χιλιόμετρο μου φάνηκε ώρες. Μας ξαπλώσανε σε κρεβάτια των θαλάμων. Άρχισα να συνέρχομαι. Από πάνω στο διπλοκρέβατο ήταν ο εξαιρετικός συνάδελφος Αντώνης Μοσχοβάκης που αμέσως άρχισε να μου λέει τον καημό του. Παραπέρα σε άλλο κρεβάτι ο Βασίλης Καλδής από την Πύλο που του ΄χε στρίψει ποιητικά! Απάγγελνε στίχους στα λατινικά.

Όλη τη νύχτα τρεις γιατροί ήταν από πάνω μου και άκουσα πως μου έκαναν διπλή ένεση καρδιοτόν. Πρέπει να βογκούσα κι εγώ την νύχτα. Την άλλη μέρα 26 Οκτώβρη 1949 κάπως συνήλθα και οι γιατροί με φωνάζανε κανονικά Λάζαρο, σαν να είχα αναστηθεί.

Προς το μεσημέρι με φωνάζει ο Μπριλλάκης και στα μουγκά, αλλά ενθουσιασμένος, μου δείχνει πιο πέρα στον ίδιο θάλαμο τον Πότη Παρασκευόπουλο και μου γράφει σε ένα χαρτί: «Κ.Σ.ΕΠΟΝ». Μέσα στους πόνους και στα τραύματα μας είχαμε την ανθρώπινη, την συντροφική αλληλεγγύη και συμπαράσταση.

«…Μετά από δεκαπέντε μέρες, μια Κυριακή, δεκαεννέα άτομα συνολικά μας δίνουν εξιτήριο και μας μεταφέρουν με αυτοκίνητο και συνοδεία στο ΕΣΑΪ, με προορισμό το σύρμα των αμετανόητων. Αυτό έγινε το πρωί και μας σκορπίσανε σε δύο μεγάλες σκηνές όπου στη μια είχε τρελούς.

Να βλέπατε το δράμα αυτών των συναδέλφων και τι τρέλες κάνανε! Που τη βρίσκανε εκείνη τη δύναμη και σκαρφάλωναν επάνω στην σκηνή. Τα ΄χασα όταν είδα τον Βασίλη Τσιγγούνη να επιδίδεται σ΄αυτό το «σπόρ»! Τα μεγάφωνα να ουρλιάζουν συνθήματα, προτροπές, βρισιές για μας μαζί με εμβατήρια. Μας κράτησαν ως το απόγευμα για να επιδράσουν ψυχολογικά και να σπάσουμε. Το μεσημέρι φάγαμε το κυριακάτικο συσσίτιο με κρέας. Ήμουν  δίπλα με τον Λάκη Γιουρουκέλη και τρώγαμε καθιστοί στα κρεβάτια μας, όταν ξαφνικά τον πιάνει μια τρομερή κρίση. Στα καλά καθούμενα έπεσε και σφάδαζε με ουρλιαχτά. Τρεις τέσσερεις και δεν μπορούσαμε να τον συγκρατήσουμε. Τον πήρανε. Τι να κάνω, συνέχισα το φαγητό…

Το απόγευμα μας καλούνε με τα μεγάφωνα ( τους δεκατέσσερις από τους δεκαεννιά) έξω από το Α2 και μας παρατάξανε κατ΄ άτομο. Με πλησιάζει ο αρχιβασανιστής  Κατσιμίχας: «Πως σε λένε. Με ξέρεις εμένα; Την Παναγία σου, γιατί δεν με ζήτησες να σε βοηθήσω για να μην βασανιστείς. Με φάγανε οι Θηβαίοι, βρε τρελέ μου λέγανε, ο Βασιλάκης πεθαίνει είναι στο νοσοκομείο». Του λέω μόνο: «Τι λες ρε, τρελός είσαι;».

Μας οδήγησαν στο σύρμα, την απομόνωση των αμετανόητων στην χαράδρα. Οι τέσσερις τακτοποιήθηκαν. Μας πέρασαν πρώτα από το φυλάκιο των αλφαμιτών – βασανιστών. Ένας-ένας μέσα στο φυλάκιο, μετά τα στοιχεία που ζητούσανε, μας άρχιζαν με σκαμπίλια, κλωτσιές, βρισιές, μην τυχόν και έχουν κανένα αποτέλεσμα. Εμένα με φώναξε τελευταίο ο Κατσιμίχας και όταν ο αρχιαλφαμίτης πάει να ξεκινήσει τα σχετικά ο Κατσιμίχας του δίνει μια σκουντιά και του λέει: «Ας τον αυτόν, είναι ξαδερφάκι μου».

Μαζί μας μπήκανε στο σύρμα και πέντε στρατιώτες και έφεδροι αξιωματικοί από το στρατιωτικό σύρμα του Α΄ΕΤΟ. Είχε δημιουργηθεί μετά τα φονικά – εγκληματικά γεγονότα της 29ης Φλεβάρη και της 1ης Μάρτη 1948. Καθώς έληγε η θητεία τους συνέχιζαν σαν πολιτικοί εξόριστοι στο ΕΣΑΪ. Μεταξύ αυτών ήταν ο Λεοντής Παππάς από τη Χίο, ο Μίμης Δαρλάσης μαθηματικός έφεδρος αξιωματικός και ο Ιπποκράτης Ζαμάνης αρχιλογιστής έφεδρος αξιωματικός.

«…Το σύρμα δημιουργήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Νοέμβρη 1949 μετά από σχετική ανάπαυλα. Την δεύτερη εβδομάδα αρχίσαν τα καψώνια: ξύλο, κουβάλημα πέτρας με βούρδουλα, ντου την νύχτα με βασανιστήρια κ.λ.π.

Από τους σαράντα δύο που είχαν πρωτομπεί στο σύρμα όταν φτάσαμε, δεκατέσσερις  από το νοσοκομείο και πέντε από το Α΄ΕΤΟ, βγήκαμε τριάντα οκτώ. Είχαν φύγει οι τέσσερεις.  Η χαρά των τριάντα οκτώ δεν περιγράφεται, αφού αυξηθήκαμε και φτάσαμε περίπου τους εξήντα, μεγάλωσε δηλαδή και δυνάμωσε το μέτωπο της αντίστασης. Ήταν Κυριακή και γι΄ αυτό είχαμε ανάπαυλα. Ξεκουράζονται οι  αλφαμίτες βασανιστές.

Από Δεύτερα Τρίτη εβδομάδα στο σύρμα και το μαρτυρικό τρίμηνο της εντατικής «αναμόρφωσης» βρίσκεται στη αρχή του. Βγαίνουμε περί τους τριάντα κάθε μέρα για το καθημερινό καψόνι και τα βασανιστήρια.  Μας οδηγούσαν στην κορυφή του λόφου περί τα τριακόσια μέτρα, μας φόρτωναν πέτρα και με συνεχείς παροτρύνσεις , βουρδουλιές, βρισιές και αγριοφωνάρες την κατεβάζαμε κάτω προς το ΕΣΑΪ τις περισσότερες φορές χωρίς κανένα σκοπό.

Αυτά από είκοσι μέχρι είκοσι δύο δρομολόγια τη μέρα και τα σχετικά τους. Το ρεκόρ ήταν είκοσι επτά.  Με μόνη ανάπαυλα το μεσημεριανό φαγητό. Κατά τις 4 το απόγευμα μας υποχρέωναν όλους σχεδόν να βγαίνουμε έξω από το σύρμα στην πλαγιά, για να ακούμε το καθιερωμένο μάθημα της «εθνικής και ηθικής διαπαιδαγωγήσεως», που προορίζονταν για το στρατόπεδο του ΕΣΑΪ με πάνω από δέκα χιλιάδες άτομα.

Στα καψόνια τα καθημερινά δεν βγαίναμε περισσότεροι από τριάντα, γιατί άλλοι ήταν ανήμποροι από αρρώστια, τάγματα, νευροφυτικές διαταραχές και άλλοι προσποιούνταν πως κάτι έχουν απ΄ αυτά. Παντού τα πάντα…. Οι αλφαμίτες στα καψόνια  επιδίωκαν με τη βία να μας τρέχουν και να μας εξαντλούν. Έτσι πίστευαν ότι θα μας σπάσουνε. Ούτε ένας δεν έσπασε….»

 

 

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.