Πρώτο Ψυχοσάββατο, Άντα
Ριτσώνα. Πρώτη φορά την αντικρίζω. Οι λιτές ορθογώνιες και κάθετες λευκές γραμμές του κτηρίου, τίποτα δε θυμίζουν τη φυσική ομορφιά της Αχερουσίας λίμνης κοντά στις εκβολές του Αχέροντα μία από της εισόδου του Άδη.
Αχέροντας! Με ρίζες από το άχος = στεναγμός. Πιο κει ο αδελφός του Κωκυτός = κλάμα και θρήνος. Μα μπρος μου ,μπρος στην ξερή ερημιά. Μόνο η μνήμη, βαστάζος βιωμάτων και γνώσεων, χαϊδεύει ό,τι πρόλαβε να σωθεί από του χρόνου τη φθορά. Έτσι, για να λυτρωθεί και πάλι η ζωή απ΄ το φόβο του θανάτου και να προχωρήσει ξανά.
Τα μάτια μου, στυλώνουν τα πόδια αριστερά στην είσοδο της Ριτσώνας σε μια λάρνακα. Θήκη πήλινη τετράπλευρη, στηριγμένη σε τέσσερα πόδια με κάλυμμα σαμαρωτό, όπου, χιλιάδες χρόνια πριν, ενταφίαζαν σε εμβρυακή θέση τον κεκοιμημένο. Ο Σταύρος με κρατάει σφιχτά από το χέρι επιμένοντας να με απομακρύνει. Έχει δίκιο.
Με βγάζει σε ένα κηπάριο. Σειρές φυτά με φύλλα γυμνά. Άλλα με ολόφρεσκα τα άνθια τους. Κόκκινα, ροζ, κίτρινα. “Όποιος θέλει”, μού εξηγεί ο Σταύρος, “πιάνει μια χούφτα από τη ζεστή τέφρα του αγαπημένου του που αποκοιμήθηκε και το αποθέτει στη γη μ΄ ένα σπόρο”.”Χους ει και εις χουν απελεύσεις”. Έτσι είπε ο Θεός στον Αδάμ στη Γένεση. Έτσι γίνεται πάντα.
Δεν ξέρω γιατί από ένα μαλλί κουβάρι, μου ‘ρχεται στο νου ο Χόκινγκς. Λέει κάπου: “Έχω ζήσει με την προοπτική ενός πρόωρου θανάτου τα τελευταία 49 χρόνια. Δεν φοβάμαι το θάνατο. Αλλά δε βιάζομαι να πεθάνω. Έχω τόσα πολλά που θέλω να κάνω πρώτα. Αντιμετωπίζω τον εγκέφαλο ως έναν υπολογιστή που σταματά να λειτουργεί όταν χαλάσουν τα εξαρτήματα του. Δεν υπάρχει παράδεισος ή μεταθανάτια ζωή για χαλασμένους υπολογιστές. Αυτό είναι για ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι”.
Κανένας μας απ΄ όσους βρισκόμαστε εκεί, εκείνο το απομεσήμερο στην Ριτσώνα. Παιδιά, εγγόνια, φίλοι, ο Γιάννης δεν το φοβούνται. Γιατί έμαθαν, γιατί ήθελαν να μάθουν να ζουν όπως τα παραμύθια. Με επιθυμίες που πάντα ικανοποιούνται. Ένα κλεφτό φιλί Μαυροματαίων και Χέυδεν, ας πούμε. Και πάρα κει. Στη γη την ποτισμένη από παράδοση πεισματικά ειδωλολατρική ένα πλήθος νέων ανθρώπων να μάχεται το ανήμπορο της μοίρας του.
Ήδη από την αίθουσα του τελευταίου ασπασμού της Ριτσώνας μάς αγκαλιάζει παρθενομητρική η φωνή του Cristophe: “J’avais dessiné sur le sable Son doux visage qui me souriait Puis il a plu sur cette plage Dans cet orage, elle a disparu – Σχεδίασα στην άμμο το γλυκό της πρόσωπο που μού χαμογελούσε Μετά έβρεξε στην παραλία Μέσα στη θύελλα χάθηκε …. Aline s’ est fini”.
7 Φεβρουαρίου 2026 πρώτο Ψυχοσάββατο. Η γιαγιά μας η Καρύδαινα, Άντα. Μάνα που της έμελλε, αντί για γαμπριάτικα και νυφιάτικα να ντύσει τρία από τα πέντε παιδιά της με νεκροσάβανα. Σα σήμερα, με στρογγυλά και ρόμβους ασημένια κουφετάκια γράφοντας “εις ωφέλειαν κεκοιμημένων” πάνω στο λευκό με τις πανσπερμίες- κόλυβα δίσκο, ψιθύριζε:
” Για τα παιδιά μας, για τους φίλους μας, για όσους αγαπήσαμε. Είναι η μυστική φωνή του τόπου μας. Που θα μένει όσο η μνήμη των ανθρώπων δεν θα χαθεί”.

















