Του Αντώνη Λιοναράκη
![]()
Στα νεανικά του χρόνια ο Ν. Καζαντζάκης έκανε το γύρο της Κρήτης για να γνωρίσει το νησί που τόσο αγαπούσε, τους ανθρώπους, τα αρχαία ερείπια, δηλαδή τις πέτρες και τον αέρα που με λαχτάρα ανέπνεε. Τον συγκινούσαν οι αρχαίες πέτρες, οι άνθρωποι που ήταν εξοικειωμένοι με τα αρχαία και την ιστορία χωρίς να την ξέρουν σε βάθος. Έπρεπε όμως όλα αυτά να τα δει, να τα βιώσει και να τα νιώσει σαν δικά του. Πήγαινε από μονοπάτια με το γυλιό του και την μαγκούρα του. Κάθε συνάντησή του ήταν μια εμπειρία.
Από τη μια η μεγάλη γυναίκα που συνάντησε στην Κνωσό και της ζήτησε να της μιλήσει. Ήταν η αρχή του Β παγκοσμίου πολέμου. Η γυναίκα ανησυχούσε για μια χώρα που την έλεγαν Νορβηγία. Την πήραν οι Γερμανοί ή ήταν ελεύθερη ακόμα; Δεν ήξερε όμως ούτε το που πέφτει η Νορβηγία. Κάποια στιγμή κάπου άκουσε ότι παλικάρια από τούτη τη χώρα πολεμούσαν τον κατακτητή. Ταυτίστηκε μαζί τους. Ανησύχησε. Τέτοιες στιγμές δεν υπήρχαν σύνορα, ούτε διαφορετικές γλώσσες και θρησκείες παρά μόνο άνθρωποι. Καλοί και κακοί.
Λίγο πιο κάτω ο Καζαντζάκης μπήκε σ’ ένα φτωχό χωριό με λίγους κατοίκους. Θυμήθηκε τον πατέρα του που γύριζε τις νύχτες στο Μεγάλο Κάστρο ψάχνοντας να βρει ξένους οδοιπόρους για να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του. Ήταν ντροπή να αφήσει κουρασμένους και πεινασμένους οδοιπόρους χωρίς να τους φιλέψει. Κάτι που συμβαίνει και σήμερα στην Κρήτη.
Το ίδιο συνέβη και στον Καζαντζάκη. Με το που μπήκε στα πρώτα σπίτια του χωριού βγήκε ένας Κρητίκαρος από την πόρτα και τον ρώτησε: «λεβέντη μου, είσαι οδοιπόρος; Έχεις ένα πιάτο φαΐ και νερό;» Ο συγγραφέας και φιλόσοφος ανταποκρίθηκε: «περπατώ ώρες και πράγματι δεν έχω ούτε φαΐ ούτε νερό».
Ο άλλος του φώναξε από την πόρτα: «έλα εδώ κοπέλι να σε φιλέψουμε ότι έχουμε. Φτωχικό το φαί μας αλλά η καρδιά μας μεγάλη». Χωρίς δισταγμό μπήκε μέσα στο σπίτι και κάθισε στο τραπέζι. Λιγοστό το φαγητό αλλά η ζέστα κυριαρχούσε στα πρόσωπα των ανθρώπων. Δέκα περίπου άντρες γύρω από το τραπέζι με τις τσικουδιές στο χέρι. Έπιασαν το τραγούδι όλοι μαζί. Σιγά σιγά σηκώθηκαν κι αρχίσανε το χορό. Το πεντοζάλι πήγαινε και ερχόταν. «Άντε στην υγειά σας παλικάρια». Η τσικουδιά έρεε παντού, Ο Κρητίκαρος που γνώρισε στην αρχή έσφιξε το ζωνάρι του, ήπιε την τσικουδιά του και φώναξε «ελάτε κοπέλια να σύρουμε το χορό. Όλη η νύχτα κύλησε έτσι με τραγούδια και χορό. Νωρίς το πρωί ο Καζαντζάκης πήρε το γυλιό του στον ώμο του και κίνησε για τα επόμενα μέρη του Ψηλορείτη. Τα κοπέλια ήταν σε βαθύ ύπνο. Ήθελε όμως να ξεκινήσει πριν ανατείλει ο ήλιος.
Στο τελευταίο σπίτι του χωριού κοντοστάθηκε βλέποντας μια γριά να τον κοιτά με τα μικρά της μάτια με προσοχή. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και τον πλησίασε. «Καλώς όρισες ξένε. Ταξιδεύεις»; Αφού έδωσε την καταφατική του απάντηση τη χαιρέτησε με χάρη και χαμόγελα. «Πού κοιμήθηκες χθες βράδυ» τον ρώτησε. Με χαρά και συγκίνηση ο Καζαντζάκης της απάντησε: «στου Κωνσταντή. Εκεί κοιμήθηκα και τώρα φεύγω για αλλούθε». «Αχ μωρέ» είπε Η γριά. Και συνεχίζει: «και δεν κατάλαβες τίποτα»; «Τι να καταλάβω γυναίκα»; Και του απαντά. «Εψές, ο Κωνσταντής έχασε τη γυναίκα του». Δεν σου είπαν ούτε σε έδειξαν κάτι. Στο διπλανό δωμάτιο είχαν έρθει οι μοιρολογίστρες και βουβά έκλαιγαν τη νεκρή που ήταν ακόμα εκεί. Δεν ήθελαν να το καταλάβεις. Το πεντοζάλι, το φαί και οι χοροί ήταν ένα με τη γυναίκα που βρίσκονταν νεκρή στο άλλο δωμάτιο. Αυτή είναι η Κρητική ψυχή.
















