Άσχημες πόλεις, Άσχημα καίγονται

messaris
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Του Διονύση Μεσσάρη 

Είναι φορές που θέλεις ν’ ακούσεις λίγη καλή μουσική. Σου διώχνει τις εντάσεις και σου αποσπά την προσοχή από οδυνηρές σκέψεις σε ροζ συννεφάκια που έλεγε μια λιγόψυχη φίλη μου. Ένα μασάζ των αυτιών, κάτι σαν αρνητική ωτίτιδα και κάτι σαν ψυχοθεραπεία. Εάν συμφωνείτε και εσείς τότε θα με καταλάβετε πως  ένοιωσα όταν είδα το σαραβαλάκι μου διαρρηγμένο και την πρόσοψη του ραδιοφώνου φευγάτη.

«Φευ που οδεύει αυτή η έρημος χώρα» μονολόγησα την ατάκα ενός άλλου άσπονδου κοινού μας φίλου, η έλλειψη παιδείας είναι κραυγαλέα. Συλλογίστηκα ότι, ακόμα και ναρκομανής να ήταν ο τύπος, θα είχε περάσει την εννιάχρονη, σχεδόν υποχρεωτική, παιδεία. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να ήξερε ότι συσκευές σαν και αυτή που μου έκλεψε δεν λειτουργούν χωρίς τον εγκέφαλο τους και αντιστρόφως (ρωτήστε και την Μάρω την Αντουανέτα). Έτσι από αυτή την άστοχη ενέργεια, η δυστυχία διπλασιάστηκε, εγώ έμεινα με τον ακέφαλο καβαλάρη και αυτός με την ασώματο κεφαλή. Μεταμόσχευση δε, δεν γίνεται λόγω επικείμενης απόρριψης του μοσχεύματος. Ναι, τόσο καλά ήταν τα πράγματα. 

Η συνέχεια ήταν αποκαρδιωτική. Ένας τρίτος φίλος προσφέρθηκε να με απαλλάξει από την δυστυχία μου πυροβολώντας με (πλάκα κάνω, ως συνήθως). Έτσι μου προσέφερε ένα άλλο ραδιοφωνάκι, αυτή τη φορά πλήρες στη θέση του παλαιού. Αλλά ήταν αυτό που ακούγεται, δηλαδή «ραδιοφωνάκι». Όταν το έβαζες να ψάχνει σταθμούς πήδαγε τις συχνότητες σαν να ήταν χάπατο και ταλαντευότανε ανάμεσα σε δύο κοντινές σαν το εκκρεμές του Φουκώ. Ήθελα να ήξερα ποιος κερατάς χώρισε τις συχνότητες σε τόσο λεπτές φέτες λες και ήταν υλικό για τόστ στις καντίνες των σχολείων και των πλοίων της ακτοπλοΐας. Άσε που οι παλαιότεροι θα θυμούνται σίγουρα το βραβείο του ενός εκατομμυρίου δραχμών που απονέμεται σε όποιον βρει τυρί μέσα σε εμπορική τυρόπιτα. Το κακό είναι ότι δεν ξέρω ποιος είναι ο αθλοθέτης. Ας το καλό! Κατακλύζει το μυαλό μου αυτή η χιονοστιβάδα των ζοφερών συνειρμών και μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, έτσι μου έρχεται να βάλω μια φωτιά και να τα κάψω όλα. Αλλά πάλι με πιάνει αυτή η βρωμερή υστεροφημία, κατάλοιπο των αρχαίων ενδόξων χρόνων και λέω «δεν πάει, δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις, άσε ας το βρουν από αλλού!».

           

Βρίσκομαι λοιπόν να κατεβαίνω τσουλώντας έναν από αυτούς τους αγαπημένους και όμορφους σκόρπιους  λόφους του λεκανοπεδίου από κρητιδικό ασβεστόλιθο, κληροδότημα της πρόσφατης πλειστοκαίνου γεωλογικής περιόδου, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Κάθε λιμάνι και καϋμός κάθε στροφή και οδυνηρή ανάμνηση. Πάντως το σαραβαλάκι μου, που έλεγε και η Βίκυ η Μοσχολιού, κατέβαινε χαρούμενο ωθώντας με στις στροφές, μία προς τα δεξιά και μία προς τα αριστερά. Έτσι οι φλογισμένες μου σκέψεις μία ανάβανε από το δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου και την ίδια στιγμή σβήνανε από την σώρευση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στο αριστερό και μία γινότανε το ανάποδο. Αντίθετα δηλαδή από τις στροφές. Πάντως είχε πλάκα. Αυτή η πλάκα κανονικά θα μου έφτιαχνε το κέφι, αλλά κάτι άλλο μου το χάλαγε.

Το ραδιοφωνάκι μετέδιδε κάτι για επεισόδια που γινόντουσαν στο κέντρο των Αθηνών. «Άντε πάλι τα ίδια» σκέφτηκα. «…Έχω ένα καφενέ…». Ήταν το εκκρεμές του Φουκώ επί τω έργω. «Αποπάτησε μας ρε Γιώργο» βροντοφώναξα. Βάλθηκα να πατάω τον επιλογέα του ραδιοφώνου τυραννικά για να επαναφέρω τα κανάλια σε τάξη. «…ομάδες του λεγόμενου αναρχοαυτόνομου χώρου…» τα καλά αγνωστογνωστά παιδιά όπως πάντα. Η προσοχή μου εντάθηκε. «…Είχα είχα μία αγάπη…» αν συνάψω ερωτικές σχέσεις μετά της μητρός σου θα σου πω εγώ τι αγάπη είχες. «…Φλέγονται πολλά κτήρια στο κέντρο…» σκέτη απελπισία. Το σήμα είχε σταθεροποιηθεί όσο πλησίαζα προς το κέντρο φαίνεται ότι ο έγκριτος σταθμός υπερίσχυε. Μου έκαναν εντύπωση τα ξεσπάσματα μου δεν βρίζω εύκολα και σας ζητώ συγγνώμη, αλλά εκατόν πενήντα κτήρια και ανάμεσα τους μερικά παραδοσιακά καίγονταν. 

Είχα θυμώσει πάρα πολύ. Θυμάμαι κάποτε παραθέριζα σε ένα ορεινό χωριό, και ο σερίφης του χωριού, όνομα και πράγμα, επειδή του έμεινε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο μέσα σε ένα ρυάκι έβγαλε το πιστόλι του και το εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες και δια αυτήν την ασήμαντον αφορμή. Γελάγαμε βέβαια μετά στο καφενείο, αλλά τώρα μου ερχόταν να σταματήσω το σαραβαλάκι στην άκρη του δρόμου και να το πυρπολήσω και ας γελάτε εσείς με την σειρά σας για μένα. Ελπίζω να μην είναι κάποιος από εσάς ασφαλιστής γιατί τώρα τελευταία έχουν ενταθεί οι εμπρησμοί οχημάτων για να εισπράξουμε την ασφάλεια. Βρε τι πάθαμε όλοι σήμερα; Φαίνεται το ένστικτο του εμπρησμού είναι μεταδοτικό. Ά ρε Προμηθέα τι μας έκανες.

Για πάνω από τριάντα χρόνια εξασκώ ένα δημιουργικό επάγγελμα και γνωρίζω ότι ένα μέσο κτήριο σαν τα εμπορικά του κέντρου που καίγονταν θέλουν πάνω από είκοσι χιλιάδες ανθρωποώρες,  κατά κανόνα επικίνδυνης δουλειάς, για να ανεγερθούν και ετοιμασθούν πλήρως. Απαιτούν κανά χιλιάρικο ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο που φτιάχνεις για πάτημα. Χιλιάδες συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις από ραντεβουδάκια, αστεία επεισόδια, λυπηρά συμβάντα που έχουν συμβεί, αναπτυχθεί και στερεωθεί πάνω στην πρόσοψη τους σαν στρείδια πάνω στον βράχο. Και μέσα τους; Πολλές εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες, άνθρωποι κάλυψαν κάποια ανάγκη τους. Εργασία, επίσκεψη, αγορά, συνάντηση, θλιβεροί χωρισμοί, ρομαντικές επανενώσεις, καρδιοχτύπια. Όλα αυτά, και σου έρχεται κάποιος μπαχαλάκης, κάποιος μαυροκουκουλάς, γόνος στρατηγού από του Παπάγου, αλλοδαπός από την πλατεία Βικτωρίας, λησταντάρτης από την Κυψέλη, εντός εισαγωγικών αναρχικός από τα Εξάρχεια, μπιστικός από εμπορικό κατάστημα της περιφέρειας, κακός μαθητής τεχνικού λυκείου, γηπεδόβιος και στο καίει ολοσχερώς και ανεπιστρεπτί, δηλαδή σου αφήνει την μνήμη και την ανάγκη και σου σβήνει το υπόθεμα. Σαν να χάνεις κάτι δικό σου.

Με αυτές τις σκέψεις επανήλθα στην οδήγηση. Τελευταία στροφή και η πανοραμική θέα της πόλης μου ανοίγεται διάπλατα. Ανάμεσα στις συστάδες των βιλών ξεπρόβαλε η πεδιάδα των κτιρίων κάτω και στο βάθος. Έπαιρνε και σουρούπωνε αλλά το φως ήταν αρκετό για να δω την ασχήμια της πόλης μας. Νοιώθω και εγώ λίγο υπεύθυνος γι αυτό όπως πρέπει να νοιώθετε και εσείς φίλοι μου. Μας χρειάστηκε κάπου ένας αιώνας για να αδειάσουμε την Ελληνική ύπαιθρο και να την φορτώσουμε στα πλοία για το Αμέρικα και αλλαχού, στα τραίνα για την Γερμανία και στα λεωφορεία για την πρωτεύουσα. Και καλά θα ήταν αν βάζαμε ο καθένας από ένα κεραμίδι στο κεφάλι του, το κακό ήταν ότι βάλαμε μαλτεζόπλακες ταράτσας και ένα δάσος από κεραίες τηλεοράσεως. Πραγματικά πανάσχημη πόλη.

Το ημίφως έπαιζε με τις φόρμες των σπιτιών και απάλυνε την εικόνα. Η μυστηριακή ατμόσφαιρα άπλωνε το πέπλο της παντού. Ο Σαρωνικός στο βάθος γινόταν αόρατος. Οι διάσπαρτοι λόφοι, τα αγαπημένα εξάρματα της Αττικής γης ξεπρόβαλαν γενναία κρύβοντας τα μυστικά χιλιάδων κατοίκων. Γνωστή εικόνα την έχω δει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτή τη φορά όμως κάτι είχε αλλάξει, κάτι χάλαγε την εικόνα. Κάτι σαν μία τεράστια κολώνα ένωνε, δυτικά της Ακροπόλεως, το μπετονένιο χαλί της πόλης με τον ουρανό. Έτριψα τα μάτια μου και όμως ήταν εκεί, μία τεράστια στήλη καπνού φαρδιά όσο η Ακρόπολη. Μου ήρθε ένας κόμπος στο λαιμό ήταν απίστευτο. «Ίσα στραβούλιακα» απέφυγα την τελευταία στιγμή κάποιον εποχούμενο ή ίσως αυτός με απέφυγε. Πάντα πρέπει να αποφεύγουμε κάποιον στην ζωή μας, αλλά από μία αβελτηρία δεν το κάνουμε. Η φίλη μου η Περσεφόνη πιστεύει πως έτσι πρέπει, είναι νομοτελειακό. Τελικά οι μπαχαλάκηδες καίγανε την άσχημη πόλη μας. Ήταν σαν εικόνες πολέμου που βλέπαμε στην προπαγάνδα του CNN, σαν ταινία του Dragojević. Μίας και μιλάμε για ταινίες, ήθελα να ήξερα με τι φόντο τώρα θα γυρίζουμε στην Ελλάδα ταινίες εποχής. 

Τελικά το πνεύμα της πυρομανίας σκόπιμα ή μη πέρασε μέσα μας. Είμαστε ανίκανοι να ελέγξουμε οτιδήποτε και σε τελική ανάλυση οι άσχημες πόλεις άσχημα καίγονται. Αφού η Δημοκρατία είναι αδύναμη. Αφού τα ΜΜΕ (μακριά από εμάς), τα όποια αποτελεσματικά αστυνομικά μέτρα τα χρησιμοποιεί σαν αντιπολιτευτική προπαγάνδα εναντίον του οποιουδήποτε κόμματος της εξουσίας. Αφού ο κίτρινος τύπος(πάλι μακριά από εμάς) δια στυγνής αναπαραγωγής βαφτίζει το μπάχαλο αντίδραση του λαού. Αφού τα στρατοκόμματα δεν μπορούν να ελέγξουν τις συγκεντρώσεις τους. Αφού οι αποτυχημένοι συνδικαλιστές οργανώνουν εκδικητικές συγκεντρώσεις για να το στρίψουν έξυπνα αλλά Γαλλικά μόλις ο σκοπός επιτευχθεί, δηλαδή να πλακώσουν τα όρνεα για να τελειώσουν το πάρτι, κάτι που οι ίδιοι δεν έχουν το θάρρος να κάνουν. Αφού ο λαός κοροϊδεύει και ισοπεδώνει στα γκάλοπ την όποια πρωτοβουλία, και δεν αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. 

Σκεφτείτε ότι η διαδήλωση είναι μία Δημοκρατική διαδικασία. Δεν πρεσβεύω την κατάργηση της αλλά την προφύλαξη της. Πέστε με ρομαντικό αλλά πάντα έχω σαν πρότυπο, από πιτσιρικάς, την φιλειρηνική πορεία ειρήνης τις 21ης Απριλίου του 1963 από τον Μαραθώνα στην Αθήνα του αδικοχαμένου γίγαντα Γρηγόρη Λαμπράκη, με τις απαγορεύσεις του τότε καθεστώτος αναστατωμένου από το χαστούκι που είχε φάει τότε η βασίλισσα Φρειδερίκη, με τις συνεχείς συλλήψεις, με τους προπηλακισμούς κρυφών και φανερών οργάνων της τάξης και των παρακρατικών, με το γκρουπ που ξεκόπηκε προς το πυρηνικό καταφύγιο καταπατώντας τις συμφωνίες των διοργανωτών. Αλλά ακόμη και εκεί δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι. Χιλιάδες άνθρωποι στην  πορεία και δεν έγινε τίποτε το αξιόμεμπτο. Με αυτές τις ιδέες στο μυαλό και ζητώντας συγγνώμη από τους συναδέλφους μου, δηλώνω ευθαρσώς προς τους πυρομανείς και τους προβοκάτορες τους ότι σας φτύνω σαν στιγματισμένους πολιτιστικούς εγκληματίες που είστε.   

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.