ΝΑ’ΤΑΝΕ ΤΟ ’21

messaris
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Του Διονύση Μεσσάρη 

Ήταν μία πολύ όμορφη ιστορική (25η Μαρτίου) και ηλιόλουστη ημέρα και βρέθηκα να κάθομαι ψηλά στα Τουρκοβούνια  για τον ερατεινό καφέ με δύο φίλους, τον Μπίλλυ τον στριμάρα και τον Αργύρη τον γκατζετάκια. Με τον πρώτο καθόμασταν σιωπηλοί, όπως έλεγε και το δημοτικό τραγούδι μέρα που ήταν σήμερα «Σαν την τρυγόνα χλίβεται, σαν το παπί μαδιέται», αλλά μάλλον επρόκειτο για σπαρίλα λόγω και της γενικής γλυκιάς ατμοσφαιρικής κατάστασης.

Ο τρίτος ο Αργύρης είχε βγάλει το κινητό του και έπαιζε σαν μπούλης. «Ε! κατάντησε αηδία αυτό το πράγμα!» του παρατήρησε ο Μπίλλυ. Με εξόχως απολογητικό ύφος, σαν παιδάκι που το πιάσανε στα πράσα ο Αργύρης αντέτεινε «Αλλάξατε την ώρα; Για κοιτάξτε τα κινητά σας είναι 10:00 και η PLEROFON δεν έχει γυρίσει ακόμα το ρολόϊ στην θερινή ώρα”. ο Μπίλλυ ενοχλήθηκε από την απάντηση, ήταν φανερό. Πήρα μία ρουφηξιά καφέ αλά Τούρκα και αντέτεινα με χαμαιλεόντειον ύφος προς χάριν της ειρήνης «Εδώ θα είναι καλά το καλοκαίρι έχει υψόμετρο». Η κατάσταση χειροτέρευσε «305 μέτρα εδώ που καθόμαστε!» είπε ο Αργύρης θριαμβευτικά αφού συμβουλεύτηκε το ψαχτήρι του. Η υπόλοιπη συνάντηση κύλισε μέσα στην ένταση. 

Σε λίγο ετέθη θέμα ιστορίας, η ονομασία του ασβεστολιθικού εξάρματος πάνω στο οποίο πίναμε τον καφέ μας πήρε το όνομα του στα 1450 περίπου διότι στρατοπέδευε εδώ το ασκέρι του Ομάρ Πασά (ή Τομάρ;) και έκτοτε ήταν τουρκικό στρατόπεδο. Πάντα υπάρχει μία προτίμηση σε ειδικά, από απόψεως τοπογραφίας, στρατηγικά σημεία, πχ. ο στρατός κατοχής πιάνει τα υψώματα, οι του καπετάν Λεπενιώτη πιάνουν τις ντάπιες τις γερές, στο τάβλι οι παίχτες πιάνουν τις πόρτες, οι μάγκες πιάνουν τα γιοφύρια και πάει λέγοντας. Ο Αργύρης δούλευε πυρετωδώς κάτι αριθμητικές ρουτίνες «ρε συ, δεν πιστεύω να δίνεις τις συντεταγμένες μας εδώ που ήμαστε εκτεθειμένοι από παντού και μας πλακώσουν οι Τούρκοι με την μπομπάρδα και μας λιανίσουνε, όπως έγινε με τον Αη Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη, βοήθεια μας»! Ο Αργύρης ανένηψε με ένα ηλίθιο ύφος «Ε;». Ήταν φανερό ότι σε ασυνείδητο επίπεδο κάτι τον ενοχλούσε από την ασύγχρονη πληροφορία που του είχα μεταδώσει, αλλά η τεχνολογία τον είχε απορροφήσει τόσο που δεν του άφηνε χώρο για να το κατανοήσει, έστω ακόμα και σε υποσυνείδητο επίπεδο. Ξαφνικά το πρόσωπο του έλαμψε και άρχισε μεγαλοφώνως να διαβάζει μέσα από το ψαλτήρι: «…στην αρχαιότητα αναφερόταν υπό του Παυσανίου ως Λυκοβούνια … με ιερόν του Διός…». Αυτό ήταν δεν πήγαινε άλλο, ο Μπίλλυ ερώτησε σιγανά, ευγενικά αλλά μου φάνηκε και λίγο απειλητικά «Δεν μου λες, καλεί και τηλέφωνα ανάγκης ΑΥΤΟ»; Πάντως παίρνω όρκο ότι πλησίασε ελαφρά απειλητικά προς …ΑΥΤΟ… κοιτάζοντας το έντονα.  Τέρμα, η νύφη ήταν ανυπόφορη και ο γάμος σχόλασε κακήν κακώς.

Κατεβαίνω τα Τουρκοβούνια μέρα που ήταν τσουλώντας στις κατηφοριές. Η μηχανή δεν ακουγότανε καθόλου, μόνο που το αυτοκινητάκι μου παραπονιόταν συνεχώς «πονάνε τα ποδαράκια μου… πονάνε τα ποδαράκια μου…». Σκέφτηκα ότι ήταν καιρός πια να αλλάξω λάστιχα. Περάσαμε ένα συνεργείο και το οχηματίδιον μου το λοξοκοίταξε. Το επανέφερα στην ευθεία και το επιτίμησα. «Σαν σήμερα έγινε η εθνοσωτήριος επανάσταση, όχι η άλλη η τραβεστί, αλλά η κανονική με τους Τούρκους. Ξέρεις πόσοι ήρωες έχασαν την ζωή τους και πόσοι πρόγονοι σου;» Ένα τσίριγμα ακούστηκε σαν ερωτηματικό από τον μπροστινό δεξιό τροχό. «Ναι οι πρόγονοι σου τότε ήταν άλογα, δηλαδή χωρίς λογική, χωρίς εγκέφαλο, ντιπ στουρνάρια δηλαδή. Εσείς τώρα έχετε ηλεκτρονικό εγκέφαλο ABS, GPS, σαν τον γάιδαρο της πανέξυπνης διαφήμισης και όμως παραπονιέστε. Δείξε λίγη πίστη». Μία γριούλα στην στροφή διέσχιζε με το μπαστουνάκι της μαχμουρλίδικα τον δρόμο. Αμέσως φρενάρισα αλλά η συμπεριφορά των φρένων ήταν λίγο αργή και με έλουσε κρύος ιδρώτας. Αναδύθηκε στην μύτη μου η μυρωδιά της καμένης αδρεναλίνης. «Αυτό το κάρο πρέπει να τα έχει πάρει στο καύκαλο» σκέφτηκα αφού τελικά σταμάτησα, έπρεπε να το βάλλω στην θέση του. «Ο βαρόνος Μινχάουζεν κάποτε πολεμώντας τους Τούρκους έβαλε το διψασμένο του άλογο να πιεί νερό. Αυτό όλο έπινε και σταματημό δεν είχε. Απορημένος ο Ιερώνυμος γύρισε να δει τι γίνεται και με φρίκη διαπίστωσε ότι μία καραμπόμπα Τούρκικη το είχε κόψει στην μέση και αυτός καθότανε στο μπροστινό μισό μέρος, μόνο στα μπροστινά πόδια δηλαδή, ενώ το ατάραχο γνήσιο πολεμικό άτι έχανε το νερό συνεχώς από το άδειο του στομάχι, μιας και τα πισινά του είχαν καταληφθεί σε τόπους χλοερούς. Στο λέω για να δεις τι πάει να πει ηρωισμός».

Σαν να σας ακούω φίλοι μου να λέτε «πάει ο κακομοίρης, μιλάει με το αυτοκίνητο, το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη» που έλεγε και Δαπόντες ο ιερομόναχος, θεός σχωρέστον. Αλλά πιστέψτε με, θες τα ψυχωμένα μου λόγια, θες η ημέρα, θες η πρόσφατη απώλεια της κοινής μας αγαπημένης γλυκιάς συνεπιβάτηδος, θες η προοπτική να βρεθεί κομμένο στα δύο όπως ο βουκεφάλας του Μινχάουζεν κάπου στην Αλβανία, δεν ξέρω, πάντως το σίγουρο ήταν ότι η υπόλοιπη διαδρομή κύλισε ήσυχα. Είναι απίστευτο το πόσο θέλουμε να ακούμε να μας λένε παραμύθια σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι έναν πρόσφατο πολιτικό ηγέτη, έχει πεθάνει πια, να τάζει στο μεθυσμένο από ελευθερία κοινό ένα σωρό ψέματα, τόσο φανερά, που φωνάζανε «παραμύθι πούλα μας» και τον ψηφίζανε σαν τρελοί. Αγαπημένοι μου φίλοι, μην δυσανασχετείτε. Οι περισσότεροι πατεράδες μας, μας  φωνάζανε και μας εφάρμοζαν  αφόρητες πειθαρχίες για να γίνουμε άνθρωποι. Τότε τους βρίζαμε, μα μετά τους ευγνωμονούσαμε ή χτυπάγαμε το κεφάλι μας, ανάλογα. Εντάξει δεν λέω, αλλά και αυτές οι αστείες οδυνηρές παιδικές μας περιπέτειες ή ακατάλληλοι έρωτες ή οι άστοχες αποφάσεις μας δεν αποτελούν ένα μέρος της ψυχοσύνθεσης μας; Προσωπικά εμένα αφήστε με να κάνω λάθη να νοιώθω άνθρωπος, αρκεί να μπορώ να τα διορθώσω και να μην βλάπτω ανεπανόρθωτα κάποιον άλλο και ειδικά τους φτωχούληδες του θεού.

Τέλος πάντων, έβαλα ρότα προς το ιστορικό κέντρο. Η μέρα αυτή ήθελε πολύ Τουρκιά, έτσι ξεκίνησε και έτσι έπρεπε να τελειώσει. Βρέθηκα να περπατάω στη βάση των τειχών της Ακροπόλεως, στον ναό της απτέρου Νίκης, εκεί που βρέθηκε νεκρός και εκπαραθυρωμένος μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του ο καπετάν Οδυσσέας Αντρούτσος. Υπεύθυνος ήταν ο γενναίος Γιάννης Γκούρας, καθ’ υπόδειξη του Κωλέττη. Για σταθείτε λίγο να ανακεφαλαιώσουμε. Ο Γκούρας, το πρωτοπαλίκαρο του Αντρούτσου, που διακρίθηκε στην μάχη στο Χάνι της Γραβιάς και στα Βασιλικά, που εκπόρθησε Λιβαδειά και Άμφισσα και που σκοτώθηκε από τον Κιουταχή όντας σκληρός φρούραρχος των Αθηνών είχε σκοτώσει πιο πριν  το Αντρούτσο, «το λιοντάρι της Ρούμελης», τον λιμπροντορίστα της Ζακύνθου, μεγάλο αρματολό, στρατηγό της Ρούμελης!  Μου έρχονταν δάκρυα στα μάτια. «Ελλάς το μεγαλείο σου»!

Αγαπημένοι μου φίλοι πιστέψτε με κάθε χρόνο τέτοια μέρα αγωνίζομαι γνήσια να βρω τον εχθρό έξω από τα τείχη, δηλαδή Τούρκους. Αλλά ανασκαλίζοντας τα γεγονότα στην μνήμη μου με ψυχραιμία, το πιο πολύ που βρίσκω είναι κυρίως Έλληνες. Άντε που και που μερικούς Ρώσους, Αυστριακούς, Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους, Αιγύπτιους, Βούλγαρους, Εβραίους, γύφτους. Πάντως οι Τούρκοι έρχονται πάντα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Μάλλον ο εχθρός ευρίσκεται εντός των τειχών και ίσως ψάχνουμε σε λάθος μέρος. Μόνο να σκεφτείς πως κατέλυσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία οι Τούρκοι είναι να σου φεύγει το καφάσι και το σώβρακο μαζί (δεν λέω κυλόττα για να μην σας εξάψω την φαντασία και είναι πέραν των σκοπών αυτού του άρθρου). Οι Τούρκοι απλά κατελάμβαναν εδάφη στα οποία η αντίσταση είχε μειωθεί από προδοτικές ενέργειες ή κατόπιν προδοτικών συμφωνιών και προσκλήσεων από αντιμαχόμενες Ελληνικές παρατάξεις και εξαιρετικά αργά. Σκεφτείτε ότι τα Επτάνησα κατελήφθησαν μόλις το 1798 για καμιά δεκαριά χρόνια και μάλιστα σε συγκυβέρνηση με Ρώσους. Αυτό είναι σας αφήνω συλλογισμένους και πάω να ενώσω την θλίψη μου με το σαραβαλάκι μου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.