16ο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Στριπτιζάδικα και ακροβάτες τσίρκων

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Είναι δυνατόν ένα επαρχιακό στριπτιζάδικο να φέρει τα μέλη μιας οικογένειας  πιο κοντά μεταξύ τους; Το ντοκιμαντέρ «Η Έπαυλη» του Σόνι Κόεν που προβλήθηκε στην ενότητα «Κουβεντιάζοντας» του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που εκτυλίσσεται αυτές τις μέρες λέει ότι ναι, μπορεί.

Θέμα της ταινίας είναι η οικογενειακή επιχείρηση ενός στριπτιζάδικου το οποίο ο πατέρας του σκηνοθέτη αγόρασε όταν εκείνος ήταν έξι ετών. Τριάντα χρόνια αργότερα, ο δημιουργός άρχισε να κινηματογραφεί την οικογένειά του και το κατά πόσο η συγκεκριμένη επαγγελματική ενασχόληση έχει επηρεάσει τον τρόπο ζωής τους. Ο ίδιος κατέληξε σχολιάζοντας: «Μέσα από αυτή την ταινία ήρθαμε πιο κοντά ως οικογένεια. Νιώθω περήφανος για τους γονείς μου».

Στην ίδια ενότητα παίχτηκε το ντοκιμαντέρ «Ακουμπώντας τον ουρανό» του Οράθιο Αλκαλά που εστιάζει στον κόσμο του τσίρκου και ιστορίες ακροβατών. Αυτό που τράβηξε το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη ήταν το «πώς συνηθισμένοι άνθρωποι φτάνουν να κάνουν υπεράνθρωπες πράξεις». Για τον ίδιο, η ταινία (για την οποία έγιναν έρευνες δύο χρόνων σε έντεκα χώρες) περιέχει έναν συμβολισμό για το πώς οι άνθρωποι μπορεί να προσεγγίσουν ακόμη και τα πιο άπιαστα όνειρά τους.

Μιλώντας για όνειρα, τα «Μπάσταρδα» της βρετανίδας Ντέμπορα Πέρκιν είναι το αποτέλεσμα μιας ταινίας ακριβώς όπως η σκηνοθέτρια την ονειρευόταν  χωρίς τις δεσμεύσεις του ΒΒC στο οποίο εργαζόταν επί 25 χρόνια. Ηρωίδα του ντοκιμαντέρ είναι μια κοπέλα από το Μαρόκο που παντρεύτηκε στα 14 της χωρίς τη θέλησή της, εκδιώχθηκε ενώ ήταν έγκυος και ανακάλυψε ότι  ο γάμος της -και το παιδί της- δεν αναγνωρίζονταν για τυπικούς λόγους.

Τελικά, έκανε έναν δικαστικό αγώνα 18 μηνών προκειμένου να αναγνωριστεί το παιδί της. «Ήταν σαν σαπουνόπερα, μόνο που πρόκειται για αληθινή ιστορία», ανέφερε η Πέρκιν.

Το ντοκιμαντέρ «Lost in the Bewilderness» της Αλεξάνδρας Άνθονυ αφηγείται μια επίσης ασυνήθιστη ιστορία: την περιπέτεια του ξαδέλφου της σκηνοθέτιδας, του Λουκά, ο οποίος απήχθη από τη μητέρα του σε ηλικία 5 ετών από την Ελλάδα, και εντοπίστηκε λίγο πριν από τα 16α γενέθλιά του στις ΗΠΑ.

 

Για την ακρίβεια, ο πατέρας του Λουκά δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την μητέρα του παιδιού και πήγε στις ΗΠΑ για να τον πάρει πίσω. Μαζί του ήταν και η δημιουργός, η οποία κινηματογραφούσε τα γεγονότα. Τα γυρίσματα κράτησαν 18 χρόνια, καταγράφοντας την πορεία του Λουκά προς την ενηλικίωση και την αυτογνωσία, με αποκορύφωμα τη στιγμή που γίνεται ο ίδιος πατέρας.

 

Μια προσωπική οικογενειακή ιστορία πρωταγωνιστεί και στο ντοκιμαντέρ «Το Καλούς που νόμιζα πως ήξερα» του Μπέρναρντ Ντίτσεκ. Ο πατέρας του σκηνοθέτη μετανάστευσε στον Καναδά το 1949 και δεν επέστρεψε ποτέ στη γενέθλια πόλη του, το Καλούς της Πολωνίας, το οποίο υπέστη μεγάλες καταστροφές κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Όταν ήταν παιδί, ο σκηνοθέτης άκουγε συνεχώς ιστορίες για το Καλούς και όταν ο πατέρας του πέθανε, αποφάσισε να κάνει για λογαριασμό του το ταξίδι της επιστροφής. «Άκουγα για αυτό το μέρος όλη μου τη ζωή και η εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου ήταν διαφορετική από την πραγματικότητα. Νομίζω ότι η ταινία άγγιξε το κοινό γιατί πολλοί άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη έχουν τα ίδια βιώματα. Νιώθω σαν να υπάρχει κι εδώ ένα κομμάτι της ιστορίας που δεν έχει ειπωθεί», τόνισε ο δημιουργός.

 

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των ντοκιμαντέρ, ο Άξελ Σαλβατόρι-Σινς αναφέρθηκε στο ντεμπούτο φιλμ του «Οι Σεμπάμπ του Γιαρμούκ», το οποίο εστιάζει σε μια μικρή ομάδα νεαρών παλαιστινίων προσφύγων που ζουν στο στρατόπεδο Γιαρμούκ στη Συρία και καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην επιθυμία τους να ρισκάρουν και στην προοπτική μιας τακτοποιημένης ζωής.

 

 

Επιμέλεια: Γιάννης Ζουμπουλάκης

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.