Η δύναμη της ποίησης…

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΛΕΙΔΙΝΟΥ: ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ Η ψυχοθεραπεύτρια Μαριλένα Κόμη για την ποίηση του Ιάσονα Λειδινού. [εισήγηση στην ποιητική βραδιά στο Μουσείο Γ. Δροσίνης, Κηφισιά, Σάββατο 26 Νοεμβρίου ’16]

————————————————————”Ο Λόγος που σαγαπώ είμαι Εγώ”

Η ποίηση του Ιάσονα Λειδινού αγγίζει και δονεί και αυτή θα είναι η επωδός μου ενώ θα σχολιάζω το έργο του
Τολμά να προσεγγίζει θέματα υπαρξιακά και αναπόδραστα, χρησιμοποιεί λόγια που τέμνουν τομές λιτές ,γεωμετρικές, καθαρές ,βλέπει με μία οπτική που ταχύτατα προσεγγίζει βαθύτερα ψυχικά στρώματα και τραύματα…
Παραφράζοντας τον Κούντερα θα μίλαγα για την αβάσταχτη βαρύτητα του είναι στην ποίηση αυτή.
Θα ξεκινήσω με ένα τιμώμενο πρόσωπο στην ποίηση του Ιάσονα: τον έρωτα.
Πέρα από τον έρωτα για ένα πρόσωπο , αυτός βρίσκεται σε όλο το έργο ως κινητήρια δύναμη επένδυσης –με την φρουδική έννοια-του κόσμου ολόκληρου .

Ο έρωτας στην ποίηση του Ιάσονα Λειδινού αποπνέει άρρητα, τα πιο βαθιά συστατικά του: περιέχει, μαζί με το δέος μπροστά στην αγαπημένη και την ανατριχίλα της φρίκης, αφού μπορεί να σε πληγώνει θανάσιμα ή να σε αφήνει αιμόφυρτο να κοιτάς τις πληγές, κι αυτές μια υποκατάστατη εικόνα της αγαπημένης. Το λέει άλλωστε ο ποιητής ανοιχτά στον υπότιτλο της συλλογής ”Ο Κάλχας στο Φίλιον : Ίντριγκες έρωτες και άλλες προδοσίες” και στην

Ικεσία

Μη με σκοτώνεις με τόση
Ομορφιά
Μα λάβωσέ με όσο μπορείς
Κι όσο αντέχεις

Για να το πούμε μαζί με τον Roland Barthes, στα ‘’Αποσπάσματα ερωτικού λόγου’’,ο ψυχικός πόνος και η απουσία είναι πάντα παρούσα στον έρωτα. Η απουσία είναι στην πραγματικότητα μια παρουσία, επίπονη όμως που υπογραμμίζει την πολυτιμότητα του αντικειμένου της αγάπης. Η παρουσία και η απουσία του έχουν την σχέση που έχει η εκπνοή με την εισπνοή. H μια προυποθέτει την ύπαρξη της άλλης.

από το ποίημα ”Τα δίχτυα”

Τα αγάλματα των ναυαγίων
Κατοικούν σε μυστικούς βυθούς
Τα αισθήματά μας κατοικούν την απουσία…

και ”Ξόρκι”

Ν’ αγαπιούνται δυο άγγελοι
Είναι θαύμα
Μα ν’ αγαπιούνται
Ο άγγελος και ο δαίμονας
είναι έρωτας

Ένας μεγάλος, απών τώρα πια, της ψυχοθεραπείας Gestalt ο Barrie Simmons έλεγε προκλητικά πως ο έρωτας είναι μια ψύχωση, ένα παραλήρημα μέσα στο οποίο ο Άλλος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και ομοίωση του ιδανικού μου , ένας μικρός θεός, κι εγώ που αγαπιέμαι από το Θεό, υψώνομαι στο επίπεδο του Θεού και επιτέλους μπορώ να λατρέψω τον Εαυτό μου.

Έτσι μπορούμε να ζήσουμε -προσωρινά πάντα- στην κατάσταση της μέθης απαλλαγμένης από τις ενοχλητικές διαπιστώσεις της πραγματικότητας.

Γιατί όμως αυτή η ψύχωση είναι εξαπλωμένη σε όλη την ανθρωπότητα; Αυτή η αλλαγμένη κατάσταση συνείδησης μαζί με τις peak–experiences που επιδιώκει τεχνητά ο άνθρωπος με τελετουργίες ή ουσίες, είναι καθώς φαίνεται μια βαθιά ανάγκη του ψυχισμού μας.

Η ανάγκη να βιώσουμε μια υπέρβαση της πραγματικότητας, να απογειωθούμε, να πετάξουμε, να εξυψωθούμε, παράδοξα αντί να αποτελεί φυγή, μας συνδέει με την ουσία μιας πραγματικότητας.

Και εκεί, κάθε φορά ερχόμαστε σε επαφή με αυτό το πάντα παρόν, αδιάφθορο κομμάτι του εαυτού μας που ποθεί την απόλυτη, άχρονη και απροϋπόθετη αγάπη όπως την έζησε κάποτε στον παράδεισο της μητρικής αγκαλιάς και που πάντα συνειδητά ή ασυνείδητα αγωνίζεται να ξανακατακτήσει. Ο Ιάσων Λειδινός φέρεται ωσάν παλιός κάτοικος-γνώστης αυτής της πραγματικότητας και γι αυτό η ποίησή του μάς ανυψώνει, και μας βυθίζει ταυτόχρονα, με εντυπωσιακή δύναμη.

Όμως ο έρωτας περιέχει και την ορμή της ζωής, τη φροϋδική libido, ανίκητη σε κάθε μάχη. Στον «Καλβίνο στο ασανσέρ του Θεού» ο έρωτας είναι το αντίπαλο δέος της καλβινιστικής ακομψίας, του κομφορμισμού, του νόμου που καταπνίγει το ζωντανό σώμα του απροσδόκητου, της ζωής δηλαδή.

«…Καθώς ανεβαίνεις/άσπιλος και πάνσοφος/στο ρετιρέ/των ουρανών/με τον καθεδρικό σου/ανελκυστήρα/εμείς ΄δω κάτω λάμνουμε/τσούρμο σαλό/σε λιμνες και ποτάμια/με τα κουπιά/ του Οδυσσέα και των συντρόφων του
Αχ, Γιοχάνες τι κρίμα!
Δεν άκουσες ποτέ /νερό να τρίβεται/στις υλακές του ήλιου/κάτω από τον αφαλό/κόρης αλλοπαρμένης»

Η αγάπη κατέχει μια θέση λιγότερο έκδηλη αλλά όχι λιγότερο βαρύνουσα στην ποίηση του Ιάσονα. «Η λέξη αγάπη έχει πολλή ανηφόρα και ιδρώνεις μέσα της όταν κλίνεις σε όλες τις πτώσεις τα τρομερά απογεύματα στην αγκαλιά της»

”Να με σκέφτεσαι τη νύχτα”

Με κορμί και με πόνο ν’αγαπάς
Όχι σαν εκδρομή μα σαν ταξίδι
Τα άλλα είναι για τα ζώδια και τις χαρτορίχτρες

”…Και στο τέλος εσύ”

«…Η αγάπη είναι παιχνίδι για εθελοντές της ήττας»

Η υψηλότερη χωρίς όρους αγάπη μπορεί να υπάρξει μόνο αν αποδεχθεί το ενδεχόμενο της ήττας της δηλ της μη αμοιβαιότητας, της μη αποδοχής της.
Και στο ποίημα ”Στα σπήλαια του Λασκώ” καταλήγει:

Τελικά
και παρόλα αυτά
(ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτά)
ο λόγος
που σ’ αγαπώ
είμαι εγώ

Σε αυτό το σημείο, με μια μικρή φράση «ο λόγος που σ’ αγαπώ είμαι εγώ», ο ποιητής ανοίγει διάπλατα για μας ένα παράθυρο συνειδητότητας.

Αγαπάμε γιατί υπάρχει ο Άλλος ή γιατί εμείς έχουμε ανάγκη να ενδύσουμε τον Άλλον με συναίσθημα, να τον επενδύσουμε με libido για τη ψυχανάλυση, να αποκτήσει ο κόσμος ενδιαφέρον, νόημα, να ποθήσουμε τον κόσμο για να ζήσουμε μέσα του?

Ή ακόμη για να αγαπήσουμε τον Άλλον όπως ενδόμυχα θα θέλαμε να αγαπηθούμε εμείς ,προσφέροντας επι τέλους στον εαυτό μας αυτή την πολυπόθητη εμπειρία?
Κι όμως ,όλα τα προηγούμενα πάλι εξαιρετικά παράδοξα δεν αναιρούν την δήλωση ( με αφορμή την ταινία Persona, του Ingmar Bergman)

«όμως έξω απ’ την αγάπη δεν υπάρχει θεραπεία» .

Η στάση του Ιάσονα είναι μια σχέση αγάπης, πόθου και πάθους για τον κόσμο και τη ζωή και αυτό είναι ένα από κείνα που μας συν-αρπάζουν, σε αυτήν την οργιαστική, καμιά φορά, τελετουργία της ζωής που διαπνέει την ποίησή του.
Αυτό το στοιχείο αποκαλύπτεται υπέροχα στην σχέση του ποιητή με τη φύση και το σώμα.
Το σώμα ως μέρος της φύσης, που γίνεται σώμα-πατρίδα, σώμα-πόλη.

Η φύση που κατοικεί ο ποιητής είναι ανιμιστική : Όλα είναι ζωντανά, έχουν πμεύμα με την αρχαία έννοια του όρου. Όπως στην περιγραφή της κβαντικής πραγματικότητας από την Φυσική ,αλλά και από έναν μύστη, δεν υπάρχει σε βαθύτερο επίπεδο διαχωρισμός μεταξύ ενός αχινού, ενός πουλιού, της πέτρας, του σκορπιού, της θάλασσας, του άστρου, του ανθρώπινου σώματος. Ανήκουν όλα σε μια οντολογία δέους για τη ζωή.
Στο σώμα ο άνθρωπος βρίσκει τη φύση του θηλαστικού ζώου, που χωρίς αυτή δεν μπορεί να είναι άνθρωπος, μα ένα αυτόματο. Η φύση, περιέχον και δημιουργός νοημάτων και συναισθημάτων. (βλέπε τα ποιήματα ”Ροδάκινο” και ”Παρα θιν αλός”)

Στα ποιήματα του Ιάσονα υπάρχει σχεδόν πάντα ένα ζώο και πολύ συχνά ένα παιδί, δίνοντας άδηλα εντολή στο υποσυνείδητο μας να συνδεθεί με αυτό το άφθαρτο και ζωτικό κομμάτι μας.
Στα ζώα όπως και στα παιδιά «βλέπουμε» υποσυνείδητα (ή προβάλλουμε όπως λέγεται ψυχαναλυτικά) την πιο αυθεντική, τρυφερή «παιδική» μας πλευρά. Μια πλευρά πολύ πιο κοντά στη φύση μας, στη σοφία του σώματος που δεν έχει αλλοτριωθεί από την τυρανία του φλοιού.

Η ποίηση του Ιάσονα Λειδινού βρίθει από ζώα, παιδιά φύση, δημιουργώντας μια απροσδόκητη, αθέλητη μετατόπιση του αναγνώστη σε μια ζούγκλα από πλάσματα, ήχους, οσμές.
Μέσα σε αυτήν την οργιαστική φύση υπάρχει ο θάνατος όχι τόσο ως τέλος της ζωής αλλά ως κάτι που δίνει στη ζωή το δικαίωμα να είναι οργιαστική. Όσο περισσότερο δεχόμαστε επικείμενο το θάνατό μας τόσο συνειδητοποιούμε την πολυτιμότητα και την ομορφιά της ζωής μας.

Οι νεκροί στον Ιάσονα Λειδινό βρίσκονται σίγουρα κάπου ανάμεσά μας, ακόμη κι αν έχουν αναληφθεί σε έναν άλλο τόπο όπως ο Γρηγόρης Λαμπράκης και ο τελευταίος Ινδιάνος πολέμαρχος: «τώρα μας κοιτάς μες απ τα φυλλώματα και χαμογελάς»
Άρα οι νεκροί ζουν, σε έναν αιώνιο χρόνο, πάντα παρόντες.

Συνωμοσία

“…Τους νεκρούς μας τους θάβουμε
Από το φόβο μας
Να ζούν μαζί μας”

Αυτόχειρες

«…Μετά
απογειώνονται
έχοντας
την απατηλή
βεβαιότητα
πως δεν θα ξανά ζήσουν
άλλη αυτοχειρία
στη φυλακή
του χρόνου»

Δεν είναι ψέμα ότι οι νεκροί ζουν ανάμεσά μας, ακριβέστερα ζουν μέσα μας, προσωπικά αλλά και ομαδικά, ακόμη κι αν η ομάδα είναι μια χώρα ή μια γενιά ανθρώπων. Πολλοί τέτοιοι νεκροί στην ποίηση αυτή, νεκροί που υφαίνουν την ιστορία όπως στο Λειτουργικό για μια πατρίδα.
Στην ψυχολογία του βάθους και στο βάθος της ψυχής μας ο θάνατος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η απώλεια: «η απώλεια μιας σχέσης με το αντικείμενο» εννοώντας το αντικείμενο της επένδυσης των συναισθημάτων μας.
Από κοντινή, σαρκική σχέση, γίνεται με τον θάνατο σχέση νοητική από απόσταση που πονάει αλλά δεν χάνεται ποτέ, εκτός αν εμείς την εγκαταλείψουμε στον θάνατο της λήθης.
Για την ψυχή μας και τους νευρώνες του εγκεφάλου μας, ο αγαπημένος υπάρχει παντα, είναι αλεξίληθος οπως πάντα θα υπάρχει ο Γρηγόρης Λαμπράκης και ο Τσε Γκεβάρα που πλευρές τους είναι και θα είναι για πάντα δικές μας, ενσωματωμένο κομμάτι μας μέχρι το δικό μας θάνατο.
Και γι’ αυτό η ποίηση του Ιάσονα μας αγγίζει.

Θα κλείσω με μερικές σκέψεις για τον κόσμο στον οποίο ζει και περιγράφει ο ποιητής.
Η ποίηση του Ιάσονα Λειδινού έχει πάθος. Ο ποιητής ανήκει σε μια γενιά που είχε το προνόμιο να δικαιούται το πάθος και την ελπίδα. Γενιά που θα ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και που πίστευε ότι αυτό ήταν δυνατό να γίνει .
Ποιότητες υποτιμημένες αν όχι λοιδορούμενες από τις επόμενες και από τις ιδεολογίες του τέλους της ιστορίας. Για την γενιά του ποιητή τα πράγματα είναι πάντα σοβαρά, έχουν την βαρύτητα μιας πράξης σημαίνουσας που θα επηρεάσει πολλά γεγονότα και πολλούς ανθρώπους.
Τα «διαλυτήρια ονείρων Α.Ε.» όπως γράφει στο ”Σκραπ”.

Η φρίκη αυτού του πραγματικού κόσμου εμφανίζεται με σκοτεινή καθαρότητα. Η πραγματικότητα της απάτης, της υποταγής, του φόνου, του μίσους. Απέναντι σε αυτά ο ποιητής ορμηνεύει:

«Να κοιτάμε το κακό κατάματα
Αβάσκανοι
και ωραίοι
σαν την αλήθεια
μέχρι να κατεβάσει
νικημένο το κεφάλι»

Η ανατροπή αυτού του κόσμου, η επανάσταση υπερβαίνει τον εαυτό της και αναδύει την πεμπτουσία και τον απόλυτο στόχο της: όχι την εξουσία αλλά την ευτυχία

Mαριλένα Κόμη, ψυχοθεραπεύτρια, διευθύντρια του Κέντρου Βίλχελμ Ράιχ Σωματικής Ψυχοθεραπείας

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.