ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ σε αναζήτηση… κεντροαριστεράς και αντιπολιτευτικής τακτικής

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Ένας παλιός κανόνας της πολιτικής λέει ότι ο βαθμός νομιμοποίησης που απολαμβάνει μια κυβέρνηση είναι αντιστρόφως ανάλογος της αποτελεσματικότητας της αντιπολίτευσης που της ασκείται.

 

Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της τρέχουσας ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει να διατηρεί, προς το παρόν τουλάχιστον, έναν βαθμό κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό, στοιχείο που αποτυπώνεται και στις θετικής δημοσκοπικές της επιδόσεις.

Αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε μόνο, ούτε κυρίως στην αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου. Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς εκεί να διακρίνει ουκ ολίγα σημεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παραμέτρους φθοράς της κυβέρνησης.

Η πραγματική βελτίωση της θέσης της «μεσαίας τάξης» δείχνει να μετατίθεται για το μέλλον, μεγάλες επενδύσεις πέραν όσων είχαν δρομολογηθεί δεν δείχνουν να έρχονται ακόμη, ενώ επιμέρους ρυθμίσεις, από αυτές που αφορούν την περιβαλλοντική νομοθεσία έως πλευρές των αλλαγών στον ποινικό κώδικα μπορούν να προκαλέσουν αντιδράσεις.

Επιπλέον, ήδη η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα σημαντικό φοιτητικό κίνημα, ενώ δεν έχουν λείψει επικοινωνιακές αστοχίες όπως ο τρόπος διαχείρισης του ζητήματος με τη διάρκεια των δεσμεύσεων περιουσιακών στοιχείων όσων ελέγχονται για υποθέσεις ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση μπορεί να ξεπερνάει αυτές τις δυσκολίες, στηριζόμενη όχι μόνο στη περίοδο ανοχής που εύλογα έχει ως νεοεκλεγμένη κυβέρνηση με σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά και στην απουσία ουσιαστικής αντιπολίτευσης.


ΣΥΡΙΖΑ, η «πορεία προς το λαό» χάθηκε στη διαδρομή

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται ότι τώρα θα έκανε το μεγάλο άνοιγμα στην κοινωνία, έτσι ώστε όχι μόνο να μετατρέψει το εντυπωσιακό 31,5% που διατήρησε σε αφετηρία για επιστροφή στην εξουσία, αλλά και να κατοχυρώσει ότι δεν είναι μόνο εκλογικά αλλά και ουσιαστικά ο διάδοχος του ιστορικού ΠΑΣΟΚ στο ελληνικό πολιτικό τοπίο: δηλαδή ένας μεγάλος κεντροαριστερός πολιτικός φορέας.

Μόνο που μέχρι τώρα τα αποτελέσματα δεν δείχνου ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Οι περιοδείες του Τσίπρα δεν έχουν καταφέρει να είναι λειτουργήσουν ως ο καταλύτης για μια μαζική εισδοχή νέων μελών και περισσότερο αποτελούν διαδικασίες επανασυσπείρωσης ενός δυναμικού που ούτως ή άλλως έχει σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το ίδιο ισχύει και για την προσπάθεια μαζικής εγγραφής μελών μέσω της πλατφόρμας isyriza που δεν έχει καταφέρει να οδηγήσει στην προσδοκώμενη μαζική εισδοχή μελών και υποστηρικτών που θα σηματοδοτούσαν την αλλαγή κλίμακας ως προς τον κομματικό μηχανισμό και τη σχέση του με την εκλογική βάση.

Επιπλέον, η αντιπολιτευτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ έχει έντονες ταλαντεύσεις ανάμεσα στην κλασική αριστερή ρητορική, την προσπάθεια «εποικοδομητικής αντιπολίτευσης», την υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου των κυβερνήσεων Τσίπρα (ακόμη και εκεί που συνεπάγεται «συνέχεια» με το έργο της τωρινής κυβέρνησης) και βέβαια τη διαρκή αναζήτηση «εχθρών» που εμποδίζουν την επικοινωνία με την κοινωνία.

Σε όλα αυτά προστίθενται και τα συσσωρευμένα λάθη σε ζητήματα όπως η υπόθεση Novartis και τον τρόπο που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εγκλωβίστηκε σε έναν χειρισμό που από την καταγγελία του «μεγαλύτερου σκανδάλου» την έφερε στη θέση του απολογητή των πρακτικών Παπαγγελόπουλου.

Την ίδια η στιγμή το πάγιο πρόβλημα της μικρής γείωσης του ΣΥΡΙΖΑ σε κοινωνικά κινήματα, όπως το εργατικό ή το φοιτητικό, έχει ως συνέπεια και την αίσθηση ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μιλάει εξ ονόματος κινητοποιήσεις στις οποίες δεν παίζει καταλυτικό ρόλο.

Το περιστατικό με την αποδοκιμασία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ από τους φοιτητές στην ΑΣΟΕΕ, που δεν επιθυμούσαν να «καπελωθούν» στην πολιτική του οποίου επίσης ασκούν κριτική, ήταν από αυτή την άποψη ιδιαιτέρως ενδεικτικό.

ΤΟ ΚΙΝΑΛ στον ίλιγγο της εσωστρέφειας

Την ίδια ώρα το ΚΙΝΑΛ δείχνει να επανακάμπτει σε ένα κλίμα μεγάλης εσωστρέφειας. Η νέα όξυνση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων με αφορμή το συνέδριο είναι από αυτή την άποψη ενδεικτική.

Εξαγγέλλεται ένα συνέδριο, ενός κόμματος που υπάρχει τυπικά αλλά ουσιαστικά δεν λειτουργεί, χωρίς θέσεις ή κάποια στρατηγική επίδικα και με μοναδικό επίδικο να κατοχυρωθεί ότι και το «κόμμα» και ο «μετωπικός φορέας» (το ίδιο το Κίνημα Αλλαγής) παραμένουν στο ίδιο μήκος κύματος.

Γύρω από αυτό ξεσπούν πλήθος αντιπαραθέσεις, μπρος και πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, με βασικό χαρακτηριστικό ότι κανείς δεν κάνει τον κόπο να ορίσει ποια τα πολιτικά επίδικα, ποιες οι διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές, ποια τα ιδεολογικά περιεχόμενα των διαφορετικών τοποθετήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι η αίσθηση ενός πολιτικού χώρου παραλυμένου από την εσωτερική αντιπαράθεση, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και με δυσκολία πολιτικού ανοίγματος, ενός κόμματος που προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον με τις εσωτερικές του έριδες, παρά με την αποτελεσματικότητα της αντιπολίτευσης που ασκεί στην κυβέρνηση.


Η ίδια η αντιπολιτευτική τακτική, που υποτίθεται ότι είναι ένας διμέτωπος και ενάντια στην κυβέρνηση και ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι στιγμής απλώς μοιάζει με την ταλάντευση ενός εκκρεμούς. Το ΚΙΝΑΛ σε άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται ως η πιο σκληρή φωνή αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση και άλλες στιγμές σαν να θέλει να αναβιώσει το κοινό μέτωπο κατά του ΣΥΡΙΖΑ της εποχής των κυβερνήσεων Σαμαρά.


Την ίδια ώρα, παρότι εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικούς δεσμούς με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τμήματα του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος, το ΚΙΝΑΛ αδυνατεί να μετατρέψει αυτή την επιρροή, όπως και τη διατήρηση υψηλού αριθμού οργανωμένων μελών, σε αυξημένη πολιτική επιρροή.


Παράλληλα, το ΚΙΝΑΛ βλέπει ταυτόχρονα πολιτικά στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ και τις κυβερνήσεις του να μην έχουν κανένα πρόβλημα να συστρατευτούν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον ΣΥΡΙΖΑ να εξακολουθεί ακόμη και δημοσκοπικά να διατηρεί ένα σημαντικό μέρος του ακροατηρίου που ανήκε παραδοσιακά στο χώρο του ΠΑΣΟΚ.


Προσθέστε σε αυτά τα ιδιαίτερα αρνητικά δημογραφικά του πρόσφατου εκλογικού αποτελέσματος, αλλά και τη συνολικότερη διεθνή στρατηγική αμηχανία της σοσιαλδημοκρατίας και έχετε τη συνολική εικόνα του προβλήματος. Ενός προβλήματος που παρ’ όλα αυτά δεν δείχνει να είναι στον πυρήνα της σκέψης όσων παρεμβαίνουν σε μια συζήτηση που μέχρι τώρα χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα έντονη ανυδρία ως προς την παραγωγή ιδεών και πολιτικών προτάσεων.


Τελικά τι σημαίνει κεντροαριστερά;

Όλα αυτά έρχονται να υπενθυμίσουν ότι το να μετασχηματιστεί η αναφορά στην κεντροαριστερά, ή μια δυνάμει κυβερνώσα ξανά αριστερά, ή σε μια μεγάλη σύγχρονη προοδευτική παράταξη, σε πραγματική πολιτική δυναμική δεν αρκεί απλώς η διεκδίκηση μιας ταυτότητας ή μιας ιστορικότητας.


Απαιτείται, πολύ περισσότερο, η πραγματική δυνατότητα επεξεργασίας προγραμμάτων και πολιτικών που να ορίζουν πραγματικά τη διαχωριστική γραμμή με την κυρίαρχη εκδοχή νεοφιλελευθερισμού και που ταυτόχρονα να μπορούν να επικοινωνήσουν όντως με τις αναζητήσεις και τις προσδοκίες ευρύτερων κοινωνικών κομματιών.


Κάτι στο οποίο μέχρι τώρα, από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικούς τρόπους, έχουν αποτύχει τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και τα ΚΙΝΑΛ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.