Ο Γιώργος Κιμούλης κατέθεσε δύο αγωγες κατά της Ζέτας Δούκα, της Δώρας Χρυσικού και του Νίκου Ψαρρά και κατά των εκπροσώπων του ΣΕΗ

Images (1)
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, διά του συνηγόρου του Βασίλη Καπερνάρου, ο Γιώργος Κιμούλης κατέθεσε δύο πολυσέλιδες αγωγές. Η μία στρέφεται κατά της Ζέτας Δούκα, της Δώρας Χρυσικού και του Νίκου Ψαρρά και η άλλη κατά των εκπροσώπων του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ).

Η αγωγή κατά της Ζέτας Δούκα
Η ηθοποιός Ζέτα Δούκα πέρυσι είχε καταγγείλει τον Γιώργο Κιμούλη, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, για άσκηση σωματικής, λεκτικής και σωματικής βίας, όταν συνεργάστηκαν μαζί στη θεατρική παράσταση «Πιο κοντά». Την επόμενη ημέρα οι συμπρωταγωνιστές της σε αυτήν την παράσταση, Δώρα Χρυσικού και Νίκος Ψαρράς είχαν στηρίξει τη Ζέτα Δούκα, λέγοντας ότι ήταν παρόντες σε τέτοια περιστατικά και είχαν δηλώσει ότι προτίθενται να καταθέσουν όσα γνωρίζουν στις Αρχές, εφόσον ελάμβαναν κλήση.

Ο Γιώργος Κιμούλης με την αγωγή του σε βάρος της Ζέτας Δούκα και των άλλων δύο ηθοποιών ζητεί να του καταβάλουν ως αποζημίωση «αλληλέγγύως και εις ολόκληρον» για την περιουσιακή ζημία που έχει υποστεί το συνολικό ποσό των 231.227, 80 ευρώ. Επιπλέον, ζητεί για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί να του καταβάλει η κ. Δούκα 250.000 ευρώ, η κ. Χρυσικού 125.000 ευρώ και ο κ. Ψαρράς 125.000 ευρώ.

Στο δικόγραφο της αγωγής, ο Γιώργος Κιμούλης αναφέρει: «Η ως άνω παράσταση ανέβηκε στο θέατρο Αθηνών, κατά τη θεατρική περίοδο 2008-2009, δηλαδή 13 χρόνια πριν από την ως άνω ”καταγγελία”. Την λέξη ”καταγγελία” θέτω εντός εισαγωγικών, διότι ουδέποτε έγινε επίσημη καταγγελία εις βάρος μου από την α’ των εναγομένων (σ.σ. την κυρία Δούκα), σε ουδεμία αρμόδια Αρχή, ουδεμία διαμαρτυρία, υπό οιανδήποτε μορφή, εκδηλώθηκε ποτέ από την α’ των εναγομένων εναντίον μου και ουδεμία εξώδικη ή δικαστική όχληση είχα ποτέ εκ μέρους της για οποιοδήποτε ζήτημα και για οποιοδήποτε λόγο».

Σύμφωνα με τον συνήγορο του ενάγοντα, Βασίλη Καπερνάρο: “Ο κ. Κιμούλης επί έναν ολόκληρο χρόνο συκοφαντείται, καθυβρίζεται και πλήττεται δημοσίως λόγω, ιδίως, μιας “καταγγελίας” σε μια τηλεοπτική εκπομπή για μια υποτιθέμενη βίαιη πράξη του, καθώς και για την “απομάκρυνση ενός ποτηριού” από την σκηνή κατά την διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης προ δεκατριών ετών, πράξεις για τις οποίες ουδέποτε υπεβλήθη επίσημη καταγγελία ενώπιον εισαγγελικής, δικαστικής, αστυνομικής ή πειθαρχικής Αρχής.

Καθυβρίζεται, δηλαδή, και συκοφαντείται, για δύο γεγονότα, τα οποία απέκτησαν σημαντικότητα, επειδή εντάχθηκαν σκοπίμως και συνειδητά μέσα σ’ ένα τοπίο κατηγοριών και καταγγελιών κατά άλλων ομοτέχνων του κ. Κιμούλη, οι οποίες έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο, περί παιδοφιλίας, βιασμών, απόπειρας βιασμών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων. Ένα ζοφερό τοπίο, το οποίο δικαίως είχε εγείρει τον κοινωνικό θυμό και την κοινωνική αγανάκτηση. Ωστόσο, οι, ως άνω, “καταγγελίες” σε βάρος του κ. Κιμούλη, είναι αόριστες, ανεπέρειστες, αναπόδεικτες αβάσιμες και απαράδεκτες”.

Σε ό,τι αφορά στον πρόεδρο του ΣΕΗ Σπύρο Μπιμπίλα ο κ. Κιμούλης αναφέρει στην αγωγή του ότι: “Σε δεκάδες συνεντεύξεις, για το σχηματισμό εις βάρος μου εντυπώσεων, ξέθαψε δημοσίως την πληροφορία, ότι το 1998, δηλαδή πριν από 23 χρόνια, με είχαν διαγράψει από το Σωματείο. Παρέλειψε όμως να αναφέρει ότι ο λόγος της διαγραφής μου ήταν η παράταση της διάρκειας μιας πρόβας κατά ένα τέταρτο της ώρας (!), απόφαση η οποία ήταν άκυρη καθώς δεν λήφθηκε, με την νόμιμη, σύμφωνα με το καταστατικό του ΣΕΗ απαρτία…”.

Κατά τον ενάγοντα : “Προκύπτει επιπροσθέτως η σκοπιμότητα και η μεθοδευμένη ενέργεια των εναγομένων, να με διαβάλουν, να με εξευτελίσουν, να με εξοντώσουν επαγγελματικά και κυρίως ηθικά, προκειμένου να διασώσουν το αμφίβολο κύρος και να διαφημίσουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τη δήθεν αποτελεσματικότητα και εγκυρότητα της πραγματικά αίολης πειθαρχικής διαδικασίας, ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου το ΣΕΗ, προς ίδιον όφελος των εναγομένων και πάντως εις βάρος μου”, αναφέρει μεταξύ άλλων ο κ. Κιμούλης στην αγωγή του και σε άλλο σημείο αυτής υπογραμμίζει ότι “το κλίμα” μέσα στο οποίο εξετάστηκε η υπόθεση του ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου “θυμίζει περισσότερο κλίμα συνοικιακού καφενείου παρά οργάνου απονομής δικαιοσύνης”.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.