Της Ευτυχίας Καρύδη ΦαράκουΣτην τελετή των Παναθηναίων, στη μεγάλη παρέλαση, είμαι πάντα στην πρώτη τετράδα των ωραίων γερόντων και πάνω σ’ εμένα πέφτουν τα περισσότερα ροδοπέταλα, τα γιασεμιά κι οι μαργαρίτες. Χαμογελώ σοβαρά δείχνω συγκινημένος, αλλά θα προτιμούσα να είμαι στη φάλαγγα των ωραίων εφήβων κι ας λέει η Ευτυχία μέσα στην ανεξάντλητη έξαρσή της: ο Ίων είναι εκατό φορές πιο όμορφος τώρα απ΄ όσο ήταν πριν 10 ή 20 χρόνια. “Και πού μ΄ είδες, εσύ βρε Ευτυχίτσα, πριν 20 χρόνια; εσύ ήσουν τότε μωρό”. “Βλέπω τις φωτογραφίες σου πριν 20 και πριν 30 και 40 χρόνια. Είσαι το λοιπόν καλύτερος τώρα κι όλοι το λένε”. Κοντεύω να το πιστέψω κι εγώ…Ξαναμωράματα, λέω μέσα μου για να κρατηθώ …Το νου σου, Ίων λέω και ξαναλέω”*
Μέσα του. Έτσι νομίζει. Μα τα περιστέρια τριγύρω του δεν φεύγουν. Ξέρουν πως σε λίγο η βεράντα της Κόρακα** θα γεμίσει σπόρια. “Πάρε κι εσύ Ευτυχάκι” “Εκείνος που μαθαίνει να τραγουδάει ξεχνάει να κλαίει”*** Αντίκρυ από την πολυκατοικία, στην αυλή του Δημοτικού τα παιδιά μοιράζονται το διάλειμμα μαζί του. “Νάτος! Νάτος! Ο ποιητής, νάτος! Φωνάζουν και του κουνάνε το χέρι. Με τα κάτασπρα χέρια του τα χαιρετάει κι εκείνος.
Όταν ήταν στην αχτίδα Διαφώτισης του Κόμματος (και ποια και ποιος της Τέχνης και της Διανόησης δεν έχει περάσει από εκεί;) ο Ρίτσος κρύβει τις παλάμες του ανάμεσα στα πόδια του. Ντρέπεται τους εργάτες που με τα αργασμένα χέρια κάποτε θα διεκδικήσουν το δίκιο τους. Όταν τα κελάρια του πατρικού αδειάζουν, η μεγάλη αδελφή μισεύει, ο πατέρας τρελαίνεται, μάνα και αδελφός πάνε από χτικιό. Η Λούλα η μικρότερη αδελφή γίνεται μάνα του. Ένα πρωινό το παλιό λαβομάνο του δωματίου τους στην Αθήνα είναι κατακόκκινο. Το ίδιο και το στόμα του. Το κακό έχει χτυπήσει κι άλλον από τη φαμίλια. Η επιστροφή στη γενέθλια γη, τη Μονεμβάσια,η μόνη διέξοδος.**** Στο χαγιάτι του κατερειπωμένου πατρικού κοιμάται σε μια γωνιά, στην άλλη βάζει ένα μικρό τραπεζάκι διαβάζει και γράφει ώσπου να πέσει ο ήλιος. “Και τα βράδια πας πουθενά;”τον ρωτάει η Λούλα “Έχω δουλειές. Μετράω τον ουρανό με τις παλάμες μου”**** της απαντάει.
Στο κατερειπωμένο πατρικό δεν μπαίνει παρά μόνο όταν έχει φως.” Το Νεκρό Σπίτι- Φανταστική αυθεντική Ιστορία μιας πανάρχαιας ελληνικής οικογένειας” δεν είναι παρά ένα ακόμα ποίημα από την ”Τέταρτη Διάσταση”.***** Τέταρτη Διάσταση, ο Χρόνος μέσα στο χωρόχρονο! Συλλογή Ποιημάτων του. Όπου και το αριστοτέχνημα των ποιητικών αριστοτεχνημάτων του, “Η Σονάτα του Σεληνόφωτος”. “Το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυϊας” λέει ο Αραγκόν “Με την Σονάτα του θα παρακαλέσω τον Γιάννη Ρίτσο να καθίσει ανάμεσα στους ποιητές που έχουν το δικαίωμα να γελάν τη νύχτα με το σεληνόφως με εκείνο το γέλιο το
δυνατό κι ασυγκράτητο
σαν την ίδια τη ζωή”******
Σονάτα του Σεληνόφωτος. Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ΄ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει το φως . Από τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Η γυναίκα αφήνεται σ΄έναν ατέλειωτο μονόλογο όπου επανέρχεται σαν επωδός η παράκληση προς το νέο ” Άφησε με νάρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε!”.Κάτω από την επήρεια της σελήνης η γυναίκα άλλοτε ανασύρει αναμνήσεις που συνθέτουν αρκετά καθαρά την ερημιά της ζωής της. Άλλοτε εκφράζεται σαν πόθος για σαρκική νεανική εμπειρία, έστω και φευγαλέα. Κάτι σαν ξεκίνημα μιας νέας ζωής που δε θα της απαγορεύει να στερείται τα άλκιμα μέλη ενός νέου άνδρα, ευνουχίζοντας τον εαυτό της.
Πίσω από κάθε φράση της βρίσκεται μια λαχτάρα ανεκπλήρωτη. Υπαγορευμένη από την κρίσιμη ηλικία της, από την κατάρρευση του σπιτιού της, την αποσάρθρωση των επίπλων του που την περιβάλλουν. Όσο οι καθρέφτες του παρέμεναν αρράγιστοι έβλεπε το πρόσωπό της καθαρό τώρα θαμπό και τεμαχισμένο.
“δεν έχει σημασία αν φεύγεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου -η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει η καρδιά μου)
Άφησέ με νάρθω μαζί σου
“Τώρα “Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια…
….
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
…
Φορές- φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ΄τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαριά του αρκούδα
…
κ΄η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες τη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί-
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
….
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χει-
λιών της, στην ανάγκη των δοντιών
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή…
….
την τελική της ανυπακοή της στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της
ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ΄τη σκλαβιά της.
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι “******
——-
Στο Κάστρο της Μονεμβασιάς οι τουφεκιές κανέναν δεν φοβήσαν. Μαθημένοι ήσαν; Την ανάγκη είχαν κάνει κουράγιο; Ποιος το ξέρει; Μα και ποιος να τολμήσει να ρωτήσει; Οι Ρίτσοι είχανε χιλιάδες στρέμματα στην περιοχή. Πλήθος ανθρώπων στη δούλεψη τους. Ο βράχος μόνο, άνυδρος, σκληρός, άτρομος μπορούσε να βροντοφωνάξει: Πρωτομαγιά 1909 γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ποιητής.
~~~~~
*Γιάννης Ρίτσος, Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς
** Στην οδό Κόρακα κάθετο του σταθμού Αγίου Νικολάου το διαμέρισμα του ποιητή
*** Παράφραση από το ποίημα του Γ. Ρίτσου, Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα
****Λούλα Ρίτσου- Γλέζου, Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου
*****Γιάννης Ρίτσος, Τέταρτη Διάσταση`
******Ο Αραγκόν για τον Ρίτσο—Οι δύο στίχοι είναι του Λωτρεαμόν.
*******Στίχοι από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος


















