Του Κωστή Παπαϊωάννου
Σκαλώνει η μνήμη στη σκοτεινή επέτειο της δολοφονίας Τεμπονέρα. Με το πέρασμα του χρόνου φοβάμαι πως έχει σβηστεί το πλαίσιο, έχει χαθεί από τη μνήμη η συνθήκη. Εννοώ την εκπαιδευτική συνθήκη.
Οι κάπως παλιότεροι μπορούμε να ανακαλέσουμε την πολιτική συνθήκη τον Ιανουάριο του 1991. Θυμόμαστε δηλαδή την πολιτική διάσταση της δολοφονίας Τεμπονέρα.
Θυμόμαστε τη διπλή επίθεση στην εκπαιδευτική κοινότητα με τον νόμο Κοντογιαννόπουλου: από τη μια ακραία συντηρητική (έπαρση σημαίας και διατάξεις για τη διαγωγή μαθητών εκτός σχολείου) και από την άλλη νεοφιλελεύθερη (κατάργηση δωρεάν συγγραμμάτων, περικοπές δαπανών κλπ).
Ακολουθεί το κίνημα των μαθητικών καταλήψεων και η αντεπίθεση της κυβέρνησης με κεντρική γραμμή τη βία για να σπάσει το κίνημα. Ο Δημήτρης Ρίζος καλούσε σε αυτοδικία και «καταλήψεις» σε σπίτια συνδικαλιστών. Η ΟΝΝΕΔ δρούσε σε συνεννόηση με κρατικούς αξιωματούχους σα γνήσιος παρακρατικός μηχανισμός με ομάδες κρούσης.
Η δολοφονία ήρθε σα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Το ίδιο και η προστασία των δραστών στη στοργική αγκαλιά των θεσμών.
Εγώ θέλω σήμερα που γυρνάμε στα σχολεία μετά τις διακοπές να πω κάτι για το χρέος του δασκάλου. Αυτή η διάσταση νιώθω πως λείπει.
Η παρουσία του Τεμπονέρα στο σχολείο δεν ερμηνεύεται πλήρως, δε φωτίζεται αρκετά, αδικείται κιόλας, αν τη δούμε μόνο σαν πράξη υπαγορευμένη από αντίθεση συνδικαλιστική και πολιτική σε ένα κακό νομοσχέδιο.
Να σκεφτούμε τον δάσκαλο Τεμπονέρα και να δούμε την παρουσία του εκεί, την ενσώματη παρουσία στο σχολείο, σαν πράξη εκπαιδευτικής συνέπειας, σαν χρέος υπέρτατο του δασκάλου απέναντι στους μαθητές του που παλεύουν και κινδυνεύουν. Πήγε εκεί μαζί με άλλους δασκάλους και τον δήμαρχο γιατί τα παιδιά ζήτησαν βοήθεια όταν είδαν οπλισμένους τραμπούκους στο σχολείο τους.
Έχουν έναν τρόπο μοναδικό τα κάγκελα των σχολείων να γίνονται δείκτης της θέσης καθενός. Άλλος στέκεται εκεί φύλακας των “παιδιών του”, συμπαραστάτης σε μια κίνηση υψηλής παιδαγωγικής κατάφασης. Κι άλλος στέκεται εκεί για να διώξει μαθητές-καταληψίες, να βάλει λουκέτα για να κλείσουν οι πόρτες των σχολείων μπροστά στα προσφυγόπουλα, σε μια κίνηση υψηλής παιδαγωγικής αναίρεσης. Ο καθένας διαλέγει. Κι αυτό ας είναι απάντηση σε όσους ορκίζονται στο τέλος των ιδεολογιών.
Αναρωτιέμαι τι έχει μείνει από αυτά. Τι θα κάναμε σήμερα; Πόσοι θα νιώθαμε χρέος να πάμε εκεί, να είμαστε εκεί, να βάλουμε και το σώμα το δικό μας αντίβαρο στη ζυγαριά της παρακρατικής βίας, να πούμε «υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα»; Και πόσοι άλλοι θα βλέπαμε την κατάληψη μόνο σαν αναπάντεχη αργία;
Τι θα κάναμε σήμερα οι δάσκαλοι και οι δασκάλες; Ας είναι αυτή η σκέψη ένας φόρος τιμής στον δάσκαλο Τεμπονέρα που έπεσε στις 8 Ιανουαρίου 1991.
Υγ. Βρήκα αυτά που είχα γράψει πριν 3 χρόνια για τον δάσκαλο Τεμπονέρα γιατί για κάποιον παράξενο λόγο συνέδεσα μέσα μου τον Ιανουάριο εκείνο με τη χθεσινή δολοφονία στη Μινεάπολη, μιας γυναίκας που ένιωσε χρέος της να είναι στο δρόμο για να παρακολουθεί και να αντιτίθεται στη βία του ICE και των κρατικών τραμπούκων του Τραμπ.
Ο φασισμός γεννάει βία και θάνατο. Δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι δομικό του στοιχείο. Είναι η τροφή του.
- ,
- ή


![[379459] ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/eurokinissi)](https://avecnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/6620458-scaled-e1753731556118-350x250.jpg)





![[379459] ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/eurokinissi)](https://avecnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/6620458-scaled-e1753731556118-120x86.jpg)

