Αυτές τις μέρες θα παίξουν, ντοκιμαντέρ, θα ειπωθούν πολλά από σχετικούς και άσχετους. Η ιστορία γράφεται ενίοτε από τους νικητές, εμείς στα Ίμια χάσαμε, όπως στην Κύπρο και όπως στην Σμύρνη και την Μικρά Ασία. Για δύο λόγους:
- Γιατί μας άδειασαν οι σύμμαχοι
- Γιατί οι πολιτικοί στη χώρα μας είχαν άλλες σκοπιμότητες και εκτελούσαν εντολές ή κυριαρχούσε ο διχασμός
Σήμερα δεν γράφω γιατί διάβασα τα γεγονότα σε βιβλία, ούτε από αναμνήσεις τρίτων. Μιλώ από μνήμη, από βάρδια, από ασύρματο, από μια θάλασσα που «έβραζε» χωρίς να το δείχνει.
Τις ημέρες της κρίσης των Ιμίων ήμουν σηματωρός στο Ναρκαλιευτικό «Αταλάντη». Και αυτό αλλάζει την οπτική. Γιατί όταν ζεις την κρίση στο πεδίο, δεν χρειάζεσαι αναλύσεις: έχεις εικόνα, ήχο και εντολές που σου χαράζουν το μυαλό.
Το «Αταλάντη», ένα πλοίο αμυντικής αποστολής, εκείνες τις ώρες λειτούργησε ως προωθημένο ραντάρ και ως κόμβος αντικατασκοπίας υψηλής ακρίβειας. Κάναμε προβολή σημαίας στο πιο απομακρυσμένο σημείο της ελληνικής επικράτειας, για έναν λόγο: να μην υπάρξει κενό κυριαρχίας. Και από τον ασύρματο άκουσα τη φράση που κανείς δεν ξεχνά:
«Θα υπερασπιστείτε την πατρίδα μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός σας.»
Βρισκόμασταν ήδη σε αποστολή, πριν ακόμη αρχίσει η μεγάλη κλιμάκωση, για τον έλεγχο της ροής μεταναστών που έβγαζαν στο Αιγαίο Τούρκοι διακινητές. Ήταν επιχειρήσεις ρουτίνας με ένταση, μέχρι τη στιγμή που έφτασε η διαταγή: η αποστολή αναπροσαρμόζεται, εγκαταλείπουμε το προηγούμενο σχέδιο και κινούμαστε με βάση τη Χίο, ανεβαίνοντας σε μια θαλάσσια περιοχή που έφτανε μέχρι τον Ελλήσποντο. Από εκεί παρακολουθούσαμε συστηματικά την κίνηση των τουρκικών πολεμικών.
Τα βράδια εκείνα ήταν δύσκολα. Οι Τούρκοι είχαν βγάλει σχεδόν ολόκληρο τον στόλο. Στα ραντάρ και με τα κυάλια έβλεπες ένα πραγματικό μποτιλιάρισμα: φρεγάτες, πυραυλάκατοι, περιπολικά σε κάθε σημείο του ορίζοντα. Η στρατιωτική αντικατασκοπία λειτουργούσε σε πλήρη ένταση· εμείς επιβεβαιώναμε στόχους που έβγαιναν από τους τουρκικούς ναυστάθμους της Σμύρνης, του Γκιόλτζουκ και του Ακσάζ, ενώ ταυτόχρονα το Κέντρο επιχειρούσε να χαρτογραφήσει κάθε κίνηση απέναντι. Το κλίμα στο Αιγαίο έμοιαζε με καζάνι που έβραζε: κινητοποίηση του Τουρκικού Ναυτικού, διπλωματικός πυρετός, συνεχείς αλλαγές πορείας και επιχειρησιακές εντολές σε πραγματικό χρόνο.

Έρχονται οι πρώτες αναφορές για μαζική κινητοποίηση τουρκικών ναυτικών δυνάμεων. Στους ναυστάθμους Σμύρνης και Ακσάζ εντοπίζεται αυξημένη δραστηριότητα. Από τη Σμύρνη αποπλέουν τα περιπολικά τύπου HISAR (P 1638) «SULTAN HISAR» (P111) και «DEMIR HISAR» (P112) με κατεύθυνση την περιοχή Σάμου – Ικαρίας. Λίγο αργότερα, από τον ναύσταθμο του Ακσάζ αποπλέει η φρεγάτα τύπου Knox «EGE» (F256), κινούμενη προς τη Χάλκη και στη συνέχεια νοτιοανατολικά της Τήλου.
Η δραστηριότητα σε Ακσάζ και Σμύρνη αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Η ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, η φρεγάτα Yavuz (F240), η οποία είχε αποπλεύσει από το Ακσάζ συνοδεία ταχέων πυραυλακάτων, εντοπίζεται πλέον στην περιοχή των Ιμίων. Δεύτερη τουρκική φρεγάτα τύπου Knox, η «Trakya» (F254), εμφανίζεται προερχόμενη από τα Στενά, επίσης με κατεύθυνση τα Ίμια. Η Yavuz πλησιάζει επιδεικτικά τις βραχονησίδες, επιχειρώντας σαφή επίδειξη ισχύος.
Σε εκείνες τις ώρες, στη γέφυρα της «Αταλάντης», αντιλαμβανόσουν ότι ήσουν μέρος ενός κρίσιμου κρίκου σε μια αλυσίδα που μπορούσε να σπάσει ανά πάσα στιγμή. Ένα πλοίο σε αποστολή προβολής σημαίας στο πιο απομακρυσμένο σημείο της ελληνικής επικράτειας, απέναντι από έναν αντίπαλο που είχε βγάλει ό,τι μπορούσε στη θάλασσα. Κι όμως, μέσα σε αυτή την πίεση, υπήρχε πειθαρχία, ψυχραιμία, σχέδιο και ένα ηθικό που δεν λύγιζε.
Σε τέτοιες στιγμές δεν χωρά φόβος. Υπήρχε ηθικό, υπήρχε σχέδιο, υπήρχε εικόνα του εχθρού. Στέλναμε συνεχώς χρήσιμες πληροφορίες, «RED», για τις τουρκικές θέσεις. Ξέραμε πού βρίσκονται τα ελληνικά πλοία. Βλέπαμε τα υψώματα στα νησιά να βυθίζονται στο σκοτάδι και να επανεμφανίζονται τα κανόνια, σημαδεύοντας τουρκικά λιμάνια και ναυστάθμους στα παράλια. Αυτές οι εικόνες δεν ξεθωριάζουν. Έφεδροι κι επίστρατοι εθνοφύλακες αναπτύσσονται σε θέσεις μάχης των προβλεπόμενων περιοχών ευθύνης στα νησιά.
Ήμασταν σε πλήρη επιφυλακή, ουσιαστικά σε εμπόλεμη κατάσταση. Το «Αταλάντη» βρισκόταν σε τακτική επικοινωνία με τα φυλάκια για εντοπισμό στόχων, με συνεχείς επιβεβαιώσεις πορείας και στίγματος. Ήταν μέσα στη νύχτα, στο απόλυτο σκοτάδι του Αιγαίου, όταν εντοπίσαμε τη φρεγάτα Yavuz (F240) – θηρίο 110,5 μέτρων – απέναντι στο δικό μας «Αταλάντη», μόλις 50 μέτρων αλλά αγέρωχο. Αναγνωρίσαμε τον στόχο στα διεθνή ύδατα, αλλά από την πλευρά της Τουρκίας έπεσαν πάνω μας οι προβολείς. Για μια στιγμή κρατάς την αναπνοή σου: συναγερμός στο τουρκικό πλοίο, το πλήρωμα εμφανίζεται με σωσίβια και οπλισμό σε θέσεις μάχης. Προχωρήσαμε παράλληλα, διασταυρωθήκαμε, κρατήσαμε το στίγμα και την πορεία τους, και στη συνέχεια οι δρόμοι μας χώρισαν. Και ξαφνικά εντολή, κρυφτείτε ανάμεσα πίσω από τις Οινούσσες οι πληροφορίες αναφέρουν κατάληψη βραχονησίδας ή πλοίου… Την ίδια ώρα νεκρώνουν όλες οι επικοινωνίες και το ραντάρ παρουσιάζει δυσλειτουργία λόγω παρεμβολών…
«No ships, no troops, no flags»
Η συνέχεια είναι γνωστή. Κατά την αποστολή πάνω από τα Ίμια, στην προσπάθεια οριστικής επιβεβαίωσης ότι η δεύτερη αφύλακτη βραχονησίδα είχε καταληφθεί από Τούρκους κομάντος – όπως απαίτησε η πολιτική ηγεσία – το ελικόπτερο κατέπεσε. Τρεις αξιωματικοί χάθηκαν: ο κυβερνήτης υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο συγκυβερνήτης υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο χειριστής ραντάρ αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός.
Η συναισθηματική φόρτιση στα ελληνικά πολεμικά ήταν τεράστια. Το Πολεμικό Ναυτικό είχε πετύχει τακτικό πλεονέκτημα, είχε στοχοποιήσει πλήρως τον τουρκικό στόλο, και η κατάσταση κυριολεκτικά κρεμόταν από μία κλωστή. Όλοι γνωρίζαμε εκείνες τις μέρες τι υπερασπιζόμαστε: τη σημαία. Και αυτό κάναμε. Κανέναν Τούρκο δεν αφήσαμε να την κατεβάσει.
Τα ξημερώματα ήρθε το σήμα. Λακωνικό, κοφτό, αδιαπραγμάτευτο: «no ships, no troops, no flags». Η εντολή που επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ και που σε μια στιγμή άλλαξε όλη τη ροή των γεγονότων. Απομάκρυνση πλοίων, αποχώρηση στρατιωτικών, καμία σημαία υψωμένη. Για εμάς στο Αιγαίο, στη μέση της κρίσης, ήταν κάτι περισσότερο από επιχειρησιακή οδηγία. Ήταν απογοήτευση – βαθιά και σιωπηλή.
Λίγες ώρες πριν, είχαμε ζήσει την κορύφωση της έντασης με την τουρκική Yavuz, με τα πληρώματα σε θέσεις μάχης και το σκοτάδι να ηλεκτρίζει κάθε κίνηση. Και όμως, το τέλος δεν ήρθε από εμάς, ούτε από τη θάλασσα, αλλά από την άνωθεν πολιτική ισορροπία δυνάμεων.
Το τραγικό αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος των τριών αξιωματικών στο ελικόπτερο – μια απώλεια που σημάδεψε όσους υπηρετούσαν εκείνες τις ώρες. Για μένα ήταν η πρώτη σύγκρουση με τη σκληρή πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής. Τότε δεν κατάλαβα πλήρως τι είχε συμβεί. Μόνο αργότερα κατάλαβα ότι είχα βιώσει, σε πραγματικό χρόνο, τη λεγόμενη realpolitik: αποφάσεις ψυχρές, ωμές, που δεν χωρούν συναίσθημα.
Και στο μυαλό μου, σχεδόν αυτόματα, ήρθε η άλλη προδοσία: της Κύπρου. Γιατί έτσι γράφεται τελικά η ιστορία. Με συμβιβασμούς που αφήνουν σημάδια πιο βαθιά από τις συγκρούσεις.

ape mpe
Αργότερα άνοιξε μεγάλη συζήτηση για το αν έπρεπε να φυλαχθεί η δυτική Ίμια. Μα εκεί δεν υπήρχε σημαία και υπάρχουν εκατοντάδες βραχονησίδες που θα μπορούσαν να ανέβουν οι Τούρκοι. Το ουσιαστικό ήταν ότι οποιαδήποτε τέτοια κίνηση θεωρούνταν εισβολή και η απάντηση, βάσει κανόνων εμπλοκής, θα ήταν βομβαρδισμός και εξουδετέρωση. Κανόνες που δεν αποδεσμεύθηκαν ποτέ με πολιτική εντολή.
Όλα τα υπόλοιπα είναι μεταγενέστερες αφηγήσεις. Εμείς ζήσαμε την πραγματικότητα.
Και όσο κι αν κάποιοι αμφισβητούν σήμερα, είχαμε τακτικό πλεονέκτημα. Το γνωρίζαμε. Η ενημέρωση τότε έλεγε πως τα F-16 —ελληνικά και τουρκικά— ήταν καθηλωμένα λόγω «καιρού». Τα ελληνικά Mirage όμως μπορούσαν να πετάξουν. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια· είναι παράγοντας ανατροπής.
Ναι, η Δυτική Ίμια έμεινε αφύλακτη εκείνες τις ώρες. Ναι, μπορεί να ήταν λάθος. Αλλά όσοι ήμασταν εκεί γνωρίζουμε και κάτι ακόμη: η φρεγάτα και το ελικόπτερο είχαν στοχοποιηθεί πλήρως.
Ήταν ζήτημα πολιτικής απόφασης αν ορισμένα τουρκικά μέσα θα κατέληγαν στον βυθό — και μαζί τους μέρος του τουρκικού στόλου.
Οι Τούρκοι είτε έκαναν λάθος εκτίμηση είτε μας είχαν «μετρήσει», όπως το έκαναν και στην Κύπρο: πίστευαν ότι δεν θα κάνουμε την κίνηση. Και γι’ αυτό υπερφόρτωσαν την περιοχή στόχου, σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει αντίδραση.
Και αυτό φέρνει τη μεγάλη αλήθεια:
η κρίση δεν χάθηκε στο Αιγαίο.
Χάθηκε στην Αθήνα.
Πού βρίσκονται οι βασικές ευθύνες
Η κρίση των Ιμίων αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου:
- η στρατιωτική πλευρά είχε εικόνα, σχέδιο, ετοιμότητα και ηθικό,
- ενώ η πολιτική ηγεσία λειτουργούσε αποσπασματικά, άναρχα και χωρίς ενιαίο κέντρο αποφάσεων.
Το πρόβλημα δεν ήταν οι αξιωματικοί.
Ούτε η επιχειρησιακή ικανότητα.
Ούτε η προθυμία των πληρωμάτων.
Το πρόβλημα ήταν ότι την ώρα που η τουρκική πλευρά εκτελούσε οργανωμένο σχέδιο κλιμάκωσης, η ελληνική κυβέρνηση λειτούργησε με έναν στενό, ανεπίσημο πυρήνα γύρω από τον τότε Πρωθυπουργό, παραμερίζοντας θεσμούς, διαδικασίες και πρόσωπα.
Δεν είναι τυχαίο ότι:
Δεν συγκλήθηκε ΚΥΣΕΑ στην πιο επικίνδυνη κρίση του Αιγαίου μετά το 1974.
Αντί γι’ αυτό λειτούργησαν άτυπες συσκέψεις «φιλικών» κυβερνητικών προσώπων, υποκαθιστώντας το συνταγματικό όργανο που όφειλε να χαράξει στρατηγική, να εκδώσει κανόνες εμπλοκής και να διασφαλίσει την ενημέρωση του ΓΕΕΘΑ.
Και έτσι προέκυψε το κενό: ένας στρατός έτοιμος, ένας στόλος σε τακτική υπεροχή, μια αντικατασκοπία που λειτουργούσε, αλλά μια πολιτική ηγεσία που φοβήθηκε να λάβει απόφαση. Ναι σαφώς και υπήρχαν προβλήματα και δυσλειτουργίες αλλά όλα αυτά είχαν τη σημειακή τους σημασίας που δεν επηρέαζαν σε απόλυτο και καθοριστικό βαθμό την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Και φυσικά το κρίσιμο ερώτημα της αντοχής για την επόμενη μέρα και διάρκεια της κρίσης είναι σχετικό με τα απόρρητα σενάρια που υπήρχαν και υπάρχουν για τη χρονική διάρκεια μια εμπόλεμης εμπλοκής δυο χωρών μελών του ΝΑΤΟ.
Η αποτροπή δεν ασκείται με ασάφεια. Ασκείται με εντολές. Κι εκείνες τις ώρες πολιτικές εντολές καθαρές δεν δόθηκαν. Η Ελλάδα δεν έχασε την κρίση στο πεδίο. Την έχασε στη γέφυρα της εξουσίας γιατί κάποιοι στην Ελλάδα πιστεύουν ότι ένας πόλεμος με την Τουρκία είναι χαμένος και αυτό το γνωρίζουν καλά φίλοι και εχθροί.
ΥΓ
Υπηρέτησα την πατρίδα και στα Ίμια και βρέθηκα στην Αλβανία, μεταφέροντας ανθρωπιστική βοήθεια στην κρίση με τον Σαλί Μπερίσα. Ήταν καθήκον.
Και το καθήκον δεν το μετράς με την απόσταση από την Αθήνα, αλλά με την ευθύνη που έχεις όταν κρατάς τη σημαία, όταν φοράς το εθνόσημο όταν ακούς τον ασύρματο και όταν κοιτάς το Αιγαίο μέσα στη νύχτα και με άγριο καιρό. Και φυσικά η πατρίδα οφείλει να τιμά ηθικά όλους αυτούς που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αλλά δεν το έκανε… Αλλά στο τέλος της ημέρας όσα οπλικά και σύγχρονα συστήματα και αν έχεις αυτό που μετράει είναι η πολιτική απόφαση.















