“Αντίο” Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: Οι κοινωνίες ωριμάζουν όταν υπάρχουν ισχυρές προσωπικότητες – της Λαμπριάνας Κυριακού

Screenshot 9
Facebook
Twitter
LinkedIn

Η Αρβελέρ δεν ήταν αλάνθαστη, αλλά υπήρξε παραγωγική, μέχρι τα 99 της χρόνια.

γράφει η Λαμπριάνα Κυριακού 

Ο θάνατος της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, έγινε αντικείμενο συζήτησης στα social media, με τις απόψεις προς το πρόσωπό της να διίσταντο, καθώς στο παρελθόν η ίδια η πανεπιστημιακός εξέφρασε τις πολιτικές της απόψεις. Αυτό αποκαλύπτει και το βαθύτερο πρόβλημα της κοινωνίας, δηλαδή την αδυναμία μας να δεχθούμε ότι οι μεγάλες προσωπικότητες δεν είναι ιδεολογικά διακοσμητικά στοιχεία αλλά σκεπτόμενα, αυτόνομα υποκείμενα.

Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, μια Ελληνίδα, ιστορικός διεθνούς εμβέλειας, δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο της ακαδημαϊκής φιγούρας, αλλά διεκδίκησε δημόσιο λόγο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και όταν ο δημόσιος λόγος δεν ταυτίστηκε με τις ιδεολογικές προσδοκίες ορισμένων, η αποθέωση μετατράπηκε σε καχυποψία, και η καχυποψία σε κατηγορία. Ας είμαστε σαφείς! Η διαφωνία με μια πολιτική τοποθέτηση είναι δικαίωμα. Η απαξίωση του επιστημονικού και ιστορικού βάρους ενός προσώπου επειδή δεν υπακούει στην κομματική καθαρότητα που εμείς θα επιθυμούσαμε, είναι ένδειξη πνευματικής ανασφάλειας.

Η ελληνικότητα ως ιστορική ευθύνη, όχι ως ιδεολογικό λάβαρο

Η Αρβελέρ δεν μίλησε ποτέ για την ελληνικότητα ως ιδεολόγημα αυτάρκειας. Αντίθετα, την προσέγγισε ως πολιτισμική συνέχεια και ιστορική συνείδηση. Σε συνεντεύξεις και παρεμβάσεις της έχει υποστηρίξει ότι ο ελληνισμός δεν είναι μια στατική έννοια, αλλά ένα διαρκές πολιτισμικό φαινόμενο που μετασχηματίζεται, αφομοιώνει, διαλέγεται.

Η έμφαση που έδωσε στο Βυζάντιο υπήρξε καίρια. Όχι για να αναβιώσει ένα μεταφυσικό μεγαλείο, αλλά για να επανατοποθετήσει την ελληνική ιστορική ταυτότητα μέσα στη ρωμαϊκή και μεσαιωνική της συνέχεια. Το Βυζάντιο, κατά την ίδια, δεν ήταν «παρένθεση» ούτε «εκτροπή» από τον αρχαίο κόσμο, αλλά ο ιστορικός χώρος όπου η ελληνική γλώσσα, παιδεία και διοικητική παράδοση συνέχισαν να λειτουργούν ως συνεκτικός ιστός μιας αυτοκρατορίας. Αυτή η θέση ενόχλησε δύο αντίθετες όχθες: εκείνους που βλέπουν το Βυζάντιο ως θεοκρατική σκιά και εκείνους που το αντιμετωπίζουν ως εθνικό μύθο άκριτης δόξας. Η Αρβελέρ δεν ανήκε σε καμία από τις δύο. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία.

ΣΕ ΛΑΪΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΥΜΑ Η ΣΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΝΗΣ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ (ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΤΡΑ/toklik gr/eurokinissi)
ΡΑ/TOKLIK.GR/EUROKINISSI)

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ – Ο διανοούμενος δεν είναι κομματικό παράρτημα

Το πιο πρόσφατο πεδίο αντιπαράθεσης αφορά τη στάση της απέναντι σε κυβερνητικές επιλογές και την υποστήριξή της, κατά περιόδους, προς τη Νέα Δημοκρατία, παρά την αριστερή της ιδεολογική αναφορά. Εδώ, όμως, τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: Από πότε ο διανοούμενος οφείλει να παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα ιδεολογικό στρατόπεδο, ανεξαρτήτως συγκυριών, προγραμμάτων ή θεσμικών επιλογών;

Η απαίτηση αυτή δεν είναι πολιτική συνέπεια, είναι δογματισμός. Η ιστορία των ιδεών μάς διδάσκει ότι οι μεγάλες προσωπικότητες κινούνται συχνά πέρα από τις κομματικές ταυτότητες, επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική όχι ως φυλετική πίστη, αλλά ως πεδίο αξιολόγησης πράξεων και θεσμών. Η Αρβελέρ δεν υπήρξε κομματικό στέλεχος. Υπήρξε θεσμική μορφή, ιστορικός με συνείδηση του κράτους και της πολιτισμικής συνέχειας. Το να στηρίξει μια πολιτική επιλογή δεν ισοδυναμεί με ιδεολογική μετάλλαξη. Ισοδυναμεί με άσκηση κρίσης, και η άσκηση κρίσης είναι ο πυρήνας του πανεπιστημιακού ήθους.

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ – Οι κοινωνίες προχωρούν όταν υπάρχουν ισχυρές προσωπικότητες

Κάθε κοινωνία χρειάζεται πρόσωπα που λειτουργούν ως διανοητικοί καταλύτες. Πρόσωπα που θέτουν ερωτήματα, επανατοποθετούν έννοιες, αναγκάζουν τον δημόσιο λόγο να ξεπεράσει τη ρηχότητα της στιγμής. Η Αρβελέρ δεν ήταν αλάνθαστη, αλλά υπήρξε παραγωγική, μέχρι τα 99 της χρόνια. Το έργο της για το Βυζάντιο επαναδιατύπωσε τη θέση της ελληνικής μεσαιωνικής ιστορίας στη διεθνή βιβλιογραφία. Η παρουσία της στη Σορβόννη δεν ήταν απλώς προσωπική επιτυχία· ήταν συμβολική ρήξη με την ανδροκρατική ακαδημαϊκή ιεραρχία της εποχής της. Η δημόσια τοποθέτησή της, ακόμη και όταν προκαλεί, υποχρεώνει τον διάλογο να αναμετρηθεί με επιχειρήματα.

Οι κοινωνίες που ωριμάζουν δεν ζητούν από τις προσωπικότητές τους να σιωπούν για να παραμείνουν «καθαρές». Τις αξιολογούν στο σύνολο του έργου και της συνεισφοράς τους. Αναγνωρίζουν ότι η πρόοδος δεν προκύπτει από ιδεολογική ομοιομορφία, αλλά από την τριβή διαφορετικών θέσεων μέσα σε θεσμικό σεβασμό.

Arveler

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ – Η ευκολία της ακύρωσης και η δυσκολία της σκέψης

Η σύγχρονη δημόσια σφαίρα έχει εθιστεί στην ταχύτητα της ακύρωσης. Μια δήλωση αρκεί για να διαγράψει δεκαετίες έργου. Μια πολιτική συμπάθεια αρκεί για να αμφισβητήσει μια ολόκληρη επιστημονική διαδρομή. Αυτό, όμως, δεν είναι κριτική σκέψη είναι συναισθηματική αντίδραση. Η σοβαρή κριτική οφείλει να εστιάζει στο επιχείρημα, όχι στο πρόσωπο. Να αντιπαραθέτει τεκμήρια, όχι υπαινιγμούς. Να αναγνωρίζει ότι ο δημόσιος λόγος δεν είναι πεδίο ηθικής εξόντωσης, αλλά πεδίο ιδεών.

Εάν διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές επιλογές της Αρβελέρ, ας το πράξει με πολιτικά επιχειρήματα. Αλλά η υποτίμηση της ιστορικής της συμβολής ή η απαίτηση να παραμένει ιδεολογικά «ακίνητη» για να θεωρείται συνεπής, αποκαλύπτει περισσότερο φόβο απέναντι στην αυτονομία της σκέψης παρά ουσιαστική αντίρρηση.

Η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μετριέται από το πόσο ομόφωνα χειροκροτεί, αλλά από το πόσο ώριμα διαφωνεί. Και οι μεγάλες προσωπικότητες, είτε συμφωνούμε είτε όχι μαζί τους, αποτελούν δοκιμασία αυτής της ωριμότητας.

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν χρειάζεται ιδεολογική ασπίδα, το έργο της στέκει αυτοτελώς. Αυτό που δοκιμάζεται, κάθε φορά που επιχειρείται η απαξίωσή της, δεν είναι η δική της διαδρομή. Είναι η δική μας ικανότητα να συνυπάρχουμε με την πολυπλοκότητα.

Οι κοινωνίες που προχωρούν είναι εκείνες που επιτρέπουν στους διανοούμενούς τους να σκέφτονται ελεύθερα, ακόμη κι όταν αυτή η ελευθερία ενοχλεί. Οι κοινωνίες που μένουν στάσιμες είναι εκείνες που απαιτούν από τους ανθρώπους του πνεύματος να παραμένουν ιδεολογικά προβλέψιμοι.

Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν συμφωνούμε με την Αρβελέρ. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε μια δημόσια σφαίρα όπου η σκέψη δεν υπακούει σε κομματική πειθαρχία. Εκεί κρίνεται η δημοκρατική μας ωριμότητα.

 

Σχετικά Άρθρα