Τάσος Λειβαδίτης  – Το κόκκινο, το χρώμα του έρωτα και της Επανάστασης

T leivadiths
Facebook
Twitter
LinkedIn

Τάσος Λειβαδίτης  – Το κόκκινο, το χρώμα του έρωτα και της Επανάστασης

 20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988

Thumbnail 8 5 576x1024

Της Δέσποινας Μακρινού

 

Μουδρος, Αι Στράτης, φυλακές Χατζηκώστα, διότι “Δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις”. Ο Τάσος Λειβαδίτης, ο ποιητής, που έδωσε κόκκινο χρώμα στον έρωτα και την Επανάσταση.  Ο ερωτικός ποιητής, ενός αβέβαιου ονείρου …“Και μιὰ μέρα θέλω νὰ γράψουν στὸν τάφο μου: έζησε στὰ σύνορα μιᾶς ἀκαθόριστης ἡλικίας καὶ πέθανε γιὰ πράγματα μακρινὰ ποὺ……εἶδε κάποτε σ᾿ ἕνα ἀβέβαιο ὄνειρο”.

Γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 στην Αθήνα για να μοιράσει “”Υάκινθους,  βιολέτες και ηλιοτρόπια” για να λατρέψει τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες αξίες, για να υμνήσει τον έρωτα.

Ο Τάσος Λειβαδίτης, ο βαθειά πολιτικός αγωνιστής, κατάφερε να απενοχοποιήσει τον έρωτα και να οραματιστεί μιά ερωτεύσιμη επαναστατικότητα, μιά άρνηση της αδιάφορης καθημερινότητας, μιά εξιδανίκευση του έρωτα και του αγώνα για δικαιοσύνη.

Συνελήφθη κατα τη διάρκεια των Δεκεμβριανών και γνώρισε το “φιλόξενο” περιβάλλον της εξορίας. “Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος, ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται.Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα ποῦ μυρίζει ἡ γῆ”.

Στη διάρκεια της Απριλιανής χούντας επέλεξε τον πιο δύσκολο τρόπο διαμαρτυρίας. Τη σιωπή. Μιά βασανιστική σιωπή απομόνωσης, με σκληρό επεμβατικό κόστος στις αξίες του.

Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ”.

Ο Τάσος Λειβαδίτης ο επεμβατικός ποιητής των συναισθημάτων, άφησε ένα πλούσιο έργο γεμάτο ανθρωπιά, ποίηση και εν τέλει αφύπνισης, για τα ουσιαστικά ζητούμενα μιάς αξιακής ζωής.

Τα ποιήματά του – αδύνατον να επιλέξεις αυτό που σου ταιριάζει – η γραφή του, η πολιτική του σκέψη, ο ερωτισμός του, η απογοήτευση της ήττας …

Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου”.

Ωστόσο ο ποιητής είχε ανακαλύψει έναν ωραίο τρόπο για να κοιμάται “Το βράδυ “τους συγχωρώ έναν – έναν όλους”.

Κάποτε στις νύχτες της  αγρύπνιας έγραφε θ’ ἀνοίξω τὰ μεγάλα κλειδιὰ τῶν τρένων
γιὰ νὰ περάσουν οἱ παλιὲς μέρες, οἱ κλειδοῦχοι θὰ ‘χουν πεθάνει, στὶς ράγιες θὰ φυτρώνουν μαργαρίτες, ἀπ’ τὰ παιδικά μας πρωινά, κανεὶς δὲν ἔμαθε ποτὲ πῶς ἔζησα,
κουρασμένος ἀπὸ τόσους χειμῶνες, τόσα τρένα ποὺ δὲ σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια ποὺ δὲν εἰπώθηκαν”.

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 1988, απο ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Ὅλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, ἀντίο! Τὰ πιὸ ὡραῖα ποιήματα δὲ θὰ γραφτοῦν ποτέ…”.

Τώρα αποκοιμήθηκες σ’ ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας πως οι νεκροί δεν γερνούν πια, δεν διαψεύδονται κι ούτε πεθαίνουν. Όμως την πίκρα τη δική μας, ποιος θα τη λογαριάσει έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη πόρτα;“.

Ο θρήνος του Γιάννη Ρίτσου για τον χαμό του ποιητή του Έρωτα και της Επανάστασης.

 

 

 

 

 

 

 

Σχετικά Άρθρα