Ο σπουδαίος Άγγελος Αντωνόπουλος δραπέτευσε για την αιωνιότητα σε ηλικία 94 ετών, αφήνοντας πίσω του μεγάλες, καθηλωτικές ερμηνείες, από εκείνες που δεν τελειώνουν με το χειροκρότημα, αλλά μένουν να κατοικούν στη μνήμη μας. Υπήρξε από τους ηθοποιούς που δεν χρειάζονταν υπερβολές για να γεμίσουν τη σκηνή. Ήταν ο ηθοποιός που έμοιαζε πάντα μεγαλύτερος από τον ρόλο και, ταυτόχρονα, απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτόν.
Η τελευταία υπόκλιση
Μία από τις τελευταίες μεγάλες σκηνικές του εμφανίσεις ήταν το 2018, στο Θέατρο Άλμα, με την παράσταση «Ο Μαρξ στο Σόχο» του Χάουαρντ Ζιν. Εκεί, αγέρωχος, όρθιος και επιβλητικός, ανέβηκε στη σκηνή και χάραξε για ακόμη μία φορά το υποκριτικό του στίγμα. Ήταν μια τελευταία υπόκλιση με βάρος, με ιδεολογία, με τρυφερότητα. Μια υπόκλιση που σήμερα, μετά την είδηση του θανάτου του, μοιάζει ακόμη πιο συγκινητική.
Η σχέση του Άγγελου Αντωνόπουλου με την Αριστερά ήταν γνωστή. Ο ίδιος, με την αφοπλιστική του ειλικρίνεια, είχε μιλήσει για μια ενοχή που κουβαλούσε, επειδή ένιωθε πως δεν υπήρξε όσο μάχιμος θα ήθελε. Κι όμως, πάνω στη σκηνή, με τον Μαρξ του Ζιν, στάθηκε μάχιμος με τον δικό του τρόπο. Όχι με συνθήματα, αλλά με τέχνη.
Η άλλη πλευρά του Μάρξ
«Τζένη, άσε τις σφαίρες του ουρανού να κυλάνε,
Για μένα είσαι ήλιος και λάμψη αστεριών
Οι εχθρικοί κόσμοι μουγκρίζουν μπροστά μου
Θα τους νικήσω Τζένη, αν μείνεις δικιά μου…»
Μπορεί ο Καρλ Μαρξ να έμεινε στην Ιστορία ως ο μεγάλος θεωρητικός της ταξικής πάλης, ως ο στοχαστής που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος σκέφτηκε την εργασία, την εκμετάλλευση και τον καπιταλισμό, όμως ο Αντωνόπουλος με εκείνη την παράσταση, μάς θύμισε κάτι βαθύτερο. Ότι πίσω από τον μεγάλο ιδεολόγο υπήρχε ένας άνθρωπος που αγαπούσε, πονούσε, νοσταλγούσε. Ένας άνδρας που έγραφε ερωτική ποίηση στη γυναίκα του.
Η Τζένη φον Βεστφάλεν ήταν η γυναίκα που απαρνήθηκε την αριστοκρατική της καταγωγή για να σταθεί στο πλευρό του. Έζησε μαζί του την εξορία, τη φτώχεια, τις διώξεις, τις απώλειες. Καθαρόγραφε τα δυσανάγνωστα χειρόγραφά του, στήριζε το έργο του, άντεχε το βάρος μιας ζωής που δεν είχε καμία βεβαιότητα, παρά μόνο πίστη.
Και αυτόν τον Μαρξ, τον ερωτικό, τον ανθρώπινο, τον ευάλωτο, τον παρέδωσε στο κοινό ο Άγγελος Αντωνόπουλος με μια ερμηνεία ανυπέρβλητη. Δεν τον παρουσίασε ως άγαλμα, τον έκανε ζωντανό. Θυμωμένο με τη διαστρέβλωση των ιδεών του, πληγωμένο από την απουσία της Τζένης, ειρωνικό απέναντι στην ιστορία, αλλά πάντα βαθιά ανθρώπινο.
«Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου…»
Ο Αντωνόπουλος έλεγε αυτές τις φράσεις χωρίς στόμφο. Με την απλότητα εκείνη που έχουν οι ηθοποιοί που γνωρίζουν καλά ότι η δύναμη δεν βρίσκεται στην ένταση, αλλά στην αλήθεια. Και η αλήθεια του ήταν βαθιά, ο δικός του Μαρξ δεν ζητούσε να τον πιστέψεις τυφλά. Ζητούσε να τον ακούσεις.
Στον μονόλογο, ο Μαρξ θυμάται την εξορία στο Παρίσι, τη συνάντησή του με τον Φρίντριχ Ένγκελς, τις μεγάλες θεωρητικές διαδρομές που οδήγησαν στη θεμελίωση του κομμουνισμού. Μα πάνω απ’ όλα επιστρέφει διαρκώς στην Τζένη. Στο κενό που άφησε. Στην απουσία που δεν μπορούσε να διαχειριστεί. Σαν να μας λέει πως καμία μεγάλη ιδέα δεν γεννιέται χωρίς ανθρώπινο πόνο, χωρίς αγάπη, χωρίς απώλεια.

«Κάποια Χριστούγεννα, που δεν είχαμε λεφτά ν’ αγοράσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ο Ένγκελς κατέφθασε με έξι μπουκάλια σαμπάνια. Έτσι, φανταστήκαμε ότι είχαμε στη μέση ένα δέντρο, κάναμε κύκλο γύρω του, ήπιαμε σαμπάνια και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Βέβαια, ήξερα τι σκέφτονταν οι επαναστάτες φίλοι μου: Ο Μαρξ, ο άθεος, θέλει χριστουγεννιάτικο δέντρο! Ναι, περιέγραψα τη θρησκεία ως το όπιο του λαού, αλλά κανείς δε μπήκε στον κόπο να διαβάσει ολόκληρη τη παράγραφο. «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή σε απάνθρωπες συνθήκες, είναι το όπιο του λαού». (Απόσπασμα από τον μονόλογο)
Σήμερα, με την είδηση του θανάτου του, η μνήμη επιστρέφει στο Θέατρο Άλμα. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος εκείνη την χρονιά άφησε μια τελευταία παρακαταθήκη. Ότι το θέατρο μπορεί να φωτίζει εκεί όπου η Ιστορία συχνά σκληραίνει τα πρόσωπα. Ότι ακόμη και οι πιο μεγάλοι διανοητές υπήρξαν κάποτε άνθρωποι που αγάπησαν και ερωτεύονταν. Και ότι οι μεγάλοι ηθοποιοί φεύγουν μόνο σωματικά.
«Ας μιλήσουμε απλά, για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τον απίστευτο πλούτο της γης προς όφελος των ανθρώπων. Δώστε στους ανθρώπους αυτά που χρειάζονται: φαΐ, φάρμακα, καθαρό αέρα, πόσιμο νερό, δέντρα και γρασίδι, ευχάριστα σπίτια να μένουν, μερικές ώρες δουλειάς, μερικές ώρες λεύτερες. Μη ρωτήσατε ποιος τ’ αξίζει. Όλοι οι άνθρωποι το αξίζουν.
-Τώρα είναι ώρα να πηγαίνω.
-Σας τάραξα που ξαναβρέθηκα ανάμεσα σας; Δείτε το σα μια Δευτέρα Παρουσία. Ο Χριστός δε μπόρεσε να ‘ρθει κι έστειλε τον Μαρξ…» (απόσπασμα από τον Μονόλογο)
















