Τάσος Λειβαδίτης: Σαν να ανοίγει κανείς ένα παράθυρο αργά τη νύχτα, όχι για να μπει αέρας, αλλά για να μπει… η μνήμη

Leivaditis tasos
Facebook
Twitter
LinkedIn

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, είναι μια ποίηση γραμμένη από εκείνους που έμειναν όρθιοι και δεν γονάτισαν ποτέ.

της Λαμπριάνας Κυριακού

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη έρχεται σιωπηλά και μπαίνει στη ψυχή σου, σαν άνθρωπος που έχει περάσει πολλά και δεν χρειάζεται πια να δώσει εξηγήσει. Κουβαλά τον έρωτα που δεν ευτύχησε, την επανάσταση που ηττήθηκε, τον άνθρωπο που λύγισε αλλά δεν υπέγραψε ποτέ την ήττα του. Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, είναι μια ποίηση γραμμένη από εκείνους που έμειναν όρθιοι και δεν γονάτισαν ποτέ. Ο Λειβαδίτης μιλά για την ανθρωπότητα σαν να της κρατά το χέρι στο σκοτάδι. Την αγαπά, την ελέγχει, τη συγχωρεί και το βράδυ, όταν όλα σωπαίνουν, σκύβει και μυρίζει τη γη. Γιατί εκεί, μέσα στην ήττα, μέσα στο τραύμα, μέσα στη νύχτα, επιμένει να φυτρώνει κάτι μικρό και ανυπότακτο. Μια ανεμώνη, ένα άστρο, ένα φλάουτο που επιμένει να συνηγορεί υπέρ όλων μας. 

Αυτή είναι η ποίηση των ανθρώπων που δεν έσωσαν τον κόσμο, ούτε τον πρόδωσαν, αλλά προσπάθησαν να τον αλλάξουν. Των ερώτων που δεν ολοκληρώθηκαν και γι’ αυτό έμειναν αθάνατοι. Των ονείρων που κόστισαν ακριβά, αλλά άξιζαν. Κι αν κάτι μας αφήνει ο Τάσος Λειβαδίτης, είναι ένας τρόπος να συγχωρούμε τη νύχτα και να συνεχίζουμε να ελπίζουμε, ακόμα κι όταν έξω λυσσομανάει ο άνεμος, εναντίον μας.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

Ακούστε το:

«Αλλά τα βράδια» του Τάσου Λειβαδίτη

Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Tasos livaditis

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

“Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν”

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

“Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι”

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

“Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.”

Κύριε, μάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
“μια μικρή ανεμώνη.” έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.
Ήτανε πάντοτε αλλού.

Anemone 4870275 1280

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

“Sos, Sos, Sos, Sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δώσ’ μου το χέρι σου φυσάει,
δώσ’ μου το χέρι σου

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 1

Σχετικά Άρθρα