Γράφει η Μαίρη ΒασάλουΥπό ποία έννοια ,οποία λογική , ορατές πλέον δυνάμεις ξαπόλησαν ενάντιους ανέμους, τραβούν την ανθρωπότητα σε νέους ατραπούς και με την αλαζονεία της υπεροχής σαρώνουν τη ζωή; Είναι και ο ουρανός τόσο απέραντα γαλάζιος και ο ήλιος – κοίτα να δεις πώς καθρεφτίζεται στη θάλασσα με τα διάφανα νερά. Είναι και αυτή η άνοιξη που αχνοφαίνεται και σαν την ελπίδα σαγηνεύει… Μα για τον κόσμο που δοκιμάζεται και τρέχει στα σταυροδρόμια να σωθεί , με τα μωρά στην αγκαλιά ή τα μεγαλύτερα να τα τραβάει απ’ το χέρι, η άνοιξη δεν είναι παρά μια φιγούρα απ’ τα παλιά · στων παιδιών τους τα παραμύθια ξεθωριάζει… Ω! Πόσο θέλεις να μην βλέπεις, να μην ακούς · να σταματήσουν, να σβηστούν οι δυσάρεστες ειδήσεις και οι άνθρωποι να πάψουν πια να είναι αριθμοί…
Και να ακούς στο Δελτίο ΕΙΔΗΣΕΩΝ Ο δεκαπεντάχρονος, η εικοσάχρονη, η εβδομηντάχρονη, η πενηντάχρονη γυναίκα που πήγαινε να πάρει το παιδί της από το σχολείο, έπεσε απάνω της με το αυτοκίνητο του ένας μεθύστακας.
Και είναι σαν να φεύγουν από αυτή τη ζωή, απαρατήρητοι, σαν να μην υπήρξαν, να μην έζησαν ποτέ . Εκείνοι, οι νέοι που έφυγαν όταν άνοιγαν εμπρός τους οι ορίζοντες. Και οι άλλοι που έφυγαν χωρίς όνομα σαν να μη δημιούργησαν τίποτα πάνω σ ΄αυτή τη γη και σαν να μην τους ήξερε κανείς…


















