Στην Αγαπημένη μου

nteniis
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

του Διονύση Μεσσάρη 

Μονάκριβη μου Λωξάντρα, σταμάτα για λίγο της ζωής την φρενήρη πορεία,

Και μιάς το κεφάλι μου πάει να σπάσει θα σε τιμήσω με μία ερωτική ελεγεία.

Θα γίνω ο Μίμνερμος για λίγο και θα πρέπει επομένως να είσαι η Ναννώ μου.

Κράτα λοιπόν τον αυλό σου και με λεπτές μελωδίες συντρόφεψε τον ειρμό μου.

Τα υπέροχα μάτια σου, θάλασσα όλο λησμοσύνη,

σαν της Καλυψώς την υποδουλώτρα σαγήνη.

Κράτησαν τον Οδυσσέα μακριά από την πατρίδα,

αφήνοντας στον δυστυχή μάταια την όποια ελπίδα.

Πότε συννεφιάζουν και πότε λάμπουν,

πότε του δύσκολου έρωτα τερτίπια βγάζουν.

Σε αρχαίας θεάς καταπράσινους λειμώνες με κάνουν ευχέτη,

της ψυχής σου αποτελώντας τον αδιάψευστο καθρέπτη.

Τα χέρια σου είναι ένα πολύαρμο του Φειδία γλυπτό σύνολο

Λευκά και τρυφερά σαν του κισσού άνθος, το πρώτο σέπαλο

Αμέτρητες γαλάζιες φλεβίτσες τοποθετημένες σοφά, ένα ποίημα

προσμονή χαδιού και μίας φαντασίωσης ερωτικό αποκύημα,

Ρυτιδούλες άσπλαχνες , αγαπημένες, του χρόνου θλιβερά σημεία

μα σίγουρα για έναν τυφλό έρωτα, χωρίς να έχει καμία σημασία.

Δέρμα βελούδινο, μικρές φακίδες, σχεδόν αόρατο χρυσό χνούδι ,

φιγούρα που ξετρελαίνει, μπράτσο-καρπός, σαν κύκνου τραγούδι.

Δακτυλάκια άτολμα σπαρταράνε σαν βλασταράκια μέσα στα δικά μου,

Αγωνίζονται να ξεφύγουν σαν πουλάκια από το σφιχτό άδραγμα μου

Ενοχλημένα, θέλοντας να διατρέξουν το αγαπημένο κορμί τρέμοντας,

πάνω στο κάλεσμα μιας ηδονικής απτικής πανδαισίας επιμένοντας.

Τα μαλλιά σου κυματίζουν, ένας ατίθασος πυρόξανθος θύσανος,

που δαφνοστεφανώνοντας σε, γίνονται της καρδιάς μου τύραννος.

στριφογυρίζουν οι βόστρυχοι σου αδούλωτοι, σε ένα γλυπτό σύμπλεγμα,

στο λευκό σου μέτωπο, κρυφοπαίζοντας στου χεριού μου το πέρασμα.

Η γλυκειά σου όψη, μόνον θείων ζωγράφων έργο αναγεννησιακό θυμίζει,

και της καρδιάς, με τόνους ερυθρομελάνης, αρχαίους πάπυρους να γεμίζει.

Ποιός δυστυχής δεν θα ήθελε πάνω από τον ώμο του να ξεπροβάλει δειλά,

τρανή απόδειξη γλυκιάς κατάκτησης, και με εμπιστοσύνη να ακουμπά απαλά.

Τι ευτυχία! Μετά από μία ένδοξη ερωτική μάχη και με τον κάματο στα φτερά,

να βαριανασαίνεις με του κορμιού το τρέμουλο, γλυκαγκαλιάζοντας με τρυφερά

Να σε κρυφοθωρώ με αυτό το μειδίαμα και με μάτια μισόκλειστα αλλοπαρμένα,

να με κοιτούν όλο λατρεία, καταπράσινα με την λάγνα ανάμνηση στο πλάι γερμένα.

Των Σαβίνων την άδικη μοίρα αφού δεν απέφυγες, με χάρη μεγάλη ερυθριάς

γελαστή των λαθών σου δικαιολογία στην δική μου τολμηρότητα αναζητάς

Κορμί αγαλματένιο σαν από λευκό Πεντελικό μάρμαρο. Μια κοκκινωπή απόχρωση,

από την αρχαία σκουριά σε μυστικό εργαστήρι τιτάνων σμιλευμένο, θεών πρόποση.

Αδρές γραμμές , ατελείωτες καμπύλες, σοφές απαλές πινελιές εκεί που πρέπει,

ασπαίρουσες στρογγυλάδες, γεμάτες σπαργή, υφή απαλή, χιονόλευκη, ο πόθος τρέχει.

Υπέροχη πλαστικότητα στου κορμιού την μορφή αλλά και μικρά ψεγάδια, ανακαλύπτονται,

κρυφές ανασφάλειες ,αδέξιες δικαιολογίες με μια χάρη που με τρελαίνει προβάλλονται.

Γλυκιά μου μην φοβάσαι. Του ερωτευμένου το μάτι ξέρει να προσπερνά, δεν καταδικάζει,

Ούτε εμπόδια και προσκόμματα στου μυαλού του την ερωτική τρικυμία βάζει.

Η ερωτική σου φιγούρα, μνημείο ένδοξο γυναικείας μεγαλοσύνης, αρχέγονο θήλυ,

πηγή ζωής, πεμπτουσία του σύμπαντος, μητέρα θεά, νέκταρ για μακάρων χείλη.

Αγαπημένη μου αποτελείς μόνιμο βασανιστικό , πόλο έλξης μύριων αισθήσεων,

κρυφών και ανομολόγητων πόθων, κάποτε σκληρή φενάκη των παραισθήσεων.

Οι κινήσεις σου, μια σαστισμένη πρόκληση, μία διαρκής έκκληση για βοήθεια,

μία λαμπρή εκδήλωση αμήχανης ερωτικής ατμόσφαιρας, μία πλανεύτρα συνήθεια.

Συνεχές ερωτικό κάλεσμα το στήσιμο σου, μαστίγωμα αισθήσεων η περπατησιά σου.

Η εν γένει ύπαρξη σου σαν έδεσμα, γεύση πλανεύτρα ορμογόνα και γήινη η οσμή σου.

Μπουμπούκιασμα και παντοτινό ερωτικό μου στόχο θα αποτελείς στ’ ορκίζομαι,

αφού μας δένουν αναμνήσεις τρυφερές και ανεξίτηλες, που ο ένας στον άλλο χαρίζουμε .

Αφέντρα της καρδιάς μου, αφού σε ύμνησα πιστά, μια τελευταία χάρη σου ζητώ δίκαια,

για αυτόν που λάτρεψες πολύ και που σε αγαπά περίσσα, δως’ του μια ευκαιρία τίμια.

Κάποτε, και είθε η ώρα αυτή να είναι αργή, το πλήρωμα του χρόνο όταν έρθει ,

άφησε την γέρικη μου αγκαλιά το γλυκό κορμί σου με το ένα χέρι σφιχτά να έχει,

και με το άλλο να στολίζει τα ολόλευκα σου πλέον τα μαλλιά με άνθη απλωμένα,

με την πρωινή δροσιά από τους ασφοδέλους των πεδιάδων του Άδους συλλεγμένα.

Ύστερα, με το τελευταίο μας φιλί, μίαν ύστατη κοινή πνοή μαζί να αφήσουμε.

Και η βάρκα μας λυμένη, γλιστρώντας του Αχέροντα το ήσυχο ταξίδι να ξεκινήσουμε

Θα φαινόμαστε από μακριά σαν μία κουκίδα, μας ερωτικής πίστης λαμπρό μνημείο,

χωρίς τύψεις για τους αγαπημένους μας που αφήνουμε, ως υποθήκη, αγάπης χαλκείο.

Για αυτό πολυαγαπημένη μου, την κοινή μας μοίρα ποτέ ας μην εγκαταλείψουμε.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.