ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ Σαρλώ Ο ΜΕΓΑΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Charlie_Chaplin
Facebook
Twitter
LinkedIn

Σειρά  «ΜΕΓΑΛΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ»
 Μετάφρ. Ραφαήλ Ναχμίας

Λονδίνο 1886: 

Η πρωτεύουσα της Βρετανίας αριθμεί τριάντα έξι music-halls, το Λίβερπουλ οκτώ, το Δουβλίνο εννέα. Παρ’ όλη τη συντηρητικότητα που χαρακτηρίζει το τέλος της Βικτοριανής περιόδου, οι Άγγλοι αγαπούν τη διασκέδαση, το γέλιο, τον χορό. Συχνάζουν πολύ στα θέατρα που παρουσιάζουν μουσικές επιθεωρήσεις, μίμους, φανταζίστες και κωμωδούς. Παντού ζητούνται Καλλιτέχνες. 

Το νεαρό ζευγάρι, ο Σαρλ και η Χάννα Τσάπλιν διαθέτει ταλέντο και κερδίζει όσα χρειάζονται για να ζουν με αξιοπρέπεια. Η Χάννα παρουσιάζεται σαν μίμος και τραγουδίστρια με το όνομα Λιλή Χάρλεϋ. Ο Σαρλ είναι χορευτής, και μάλιστα «θεατρικός χορευτής» όπως χαρακτηριζόταν την εποχή εκείνη. Και οι δύο αναζητούσαν την ελάχιστη αμοιβή σε δευτερεύοντες θεατρικούς χώρους.       Αργότερα σε πιο ευπρεπή θέατρα του Λονδίνου ή της επαρχίας.

Στις 16 Απριλίου 1889 ένα μωρό ήρθε να προστεθεί στον Σύδνεϋ, το πρώτο αγόρι της Χάννα, προϊόν μιας περιπέτειας χωρίς συνέχεια. Του δόθηκε το όνομα του πατέρα του κι έτσι ονομάσθηκε Σαρλ Σπένσερ Τσάπλιν. Σύντομα όμως το ζευγάρι άρχισε να βυθίζεται σε προβλήματα. Ο πατέρας Σαρλ αρχίζει να πίνει υπερβολικά. Όταν οι καλλιτέχνες δεν είναι επί σκηνής, οι διευθυντές τους υποχρεώνουν να βρίσκονται στον πάγκο για να συζητούν με τους πελάτες και να τους ωθούν στην κατανάλωση. Έτσι έχοντας δώσει με το παραπάνω το παράδειγμα στους πελάτες, ο Σαρλ έπεσε ο ίδιος στην παγίδα.               

Το 1891 

οι Τσάπλιν χωρίζουν και τότε αρχίζει η φτώχεια για τη Χάννα και τα δυο αγόρια της. Η νεαρή μητέρα κρατάει τα παιδιά και ασχολείται με το ράψιμο  για την επιβίωσή τους. Μετά επιχειρεί να επιστρέψει στην καλλιτεχνική της καριέρα. Αλλά, ένα βράδυ, η φωνή της χάνεται ανεπανόρθωτα στο μέσον της παράστασής της. Το κοινό διαμαρτύρεται, σφυρίζει, απαιτεί. Τότε ο Διευθυντής αυτοσχεδιάζοντας σπρώχνει προς τη σκηνή τον πεντάχρονο τότε μικρό της γιό τον Σαρλ, που τον είχε δει να κάνει τις μιμήσεις στα παρασκήνια. 

Αυτή ήταν η πρώτη επαφή του νεαρού Τσάπλιν με τη θεατρική σκηνή. Το παιδί δεν πτοείται και αρχίζει να τραγουδά. Μετά αρχίζει να κάνει τις μιμήσεις. Το κοινό χειροκροτεί και του πετάει νομίσματα. Tο παιδί τα μαζεύει και τα δίνει στη μητέρα του. Ήταν μόνο μια γωνιά γαλανού ουρανού μέσα στη σκοτεινή εκείνη βραδιά. Διότι, η ευαίσθητη φυσική και ψυχική υγεία της Χάννα, την οδηγούν σε χρόνιες καταθλιπτικές καταστάσεις, ως τα όρια της παραφροσύνης. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα πέρασε κατά το μεγαλύτερο μέρος σε νοσοκομείο ή σε ίδρυμα ψυχασθενών. Ο Σαρλ και ο Σύδνεϋ τοποθετήθηκαν σε ευαγή ιδρύματα. Κάθε φορά ο Σαρλ έβγαινε πιο δυνατός και με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση. Στις περιόδους που η μητέρα κατοικούσε μαζί τους σε δωμάτια μίζερα των φτωχών συνοικιών του Λονδίνου, τα δύο αγόρια ασχολούνταν με μικροδουλειές για λίγα κέρματα. Ίσα για την εξασφάλιση τουλάχιστον του ενός, του βραδινού, γεύματος.

Ο Τσάπλιν δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό το κομμάτι της ζωής του, που εξ άλλου θ’ αποτελέσει την πηγή έμπνευσης ενός μεγάλου μέρους του έργου του. Μερικές φορές, όταν η Χάννα αισθάνεται λίγο καλύτερα, ξαναπαίζει τα νούμερά της διασκεδάζοντας τα δυο παιδιά. Ο Σαρλ της αναγνωρίζει ένα εξαιρετικό ταλέντο: «Η μητέρα μου, λέει, ήταν μεγάλη καλλιτέχνης της παντομίμας. Ακούγοντας και μελετώντας την, δεν έμαθα μόνο να εκφράζω τις συγκινήσεις μου με τα χέρια και το πρόσωπό μου, αλλά επίσης, και να παρατηρώ τους ανθρώπους.»

Το 1898, 

ο Σύδνεϋ βρίσκει απασχόληση σαν κομιστής τηλεγραφημάτων και ο Σαρλ, μόλις ηλικίας 10 ετών, ανακαλύπτεται από τον William Jackson, τον διευθυντή ενός μουσικo-θεατρικού συγκροτήματος με το όνομα «Οι οχτώ του Lancashire”. O Jackson δέχεται να πληρώνει μισή κορώνα τη βδομάδα στη Χάννα. Ο Σαρλ θα έχει τροφή, ύπνο και θα παρακολουθεί το σχολείο σε όποια πόλη διασχίζουν με τις τουρνέ.

Νάτος λοιπόν στο… σανίδι. Μαθαίνει μιμική και κλακέτες. Παρατηρεί πάρα πολύ. Όταν πια, ο Σαρλ, θα εγκαταλείψει το μπουλούκι, θα κρατήσει απ’ αυτό ωραίες αναμνήσεις.

  3«’Έζησα μέρες δύσκολες και κουραστικές. Μερικές φορές ήμασταν έτοιμοι ν’ αποκοιμηθούμε πάνω στη σκηνή. Τότε ο Jackson μας ανακαλούσε στην τάξη για να συνεχίσουμε να χαμογελάμε. Ήταν παρ’ όλ’ αυτά μια πολύ καλή εξάσκηση.»   

Όταν ξαναγύρισε κοντά στη μητέρα του, ενώ ο Σύδνεϋ είχε μπαρκάρει σ’ ένα ατμόπλοιο σαν σερβιτόρος, ο Σαρλ ήταν πλέον 12 ετών. Κερδίζει τώρα τη ζωή του όπως βρει: Βοηθός κουρέα, ανθοπώλης, παιδί για θελήματα, γκρουμ… Το 1902, ο πατέρας του Σαρλ πεθαίνει σαν συνέπεια του χρόνιου αλκοολισμού του, σε ηλικία 37 ετών. Το επόμενο έτος χρειάστηκε να κλείσουν σε ίδρυμα τη μητέρα Χάννα… 

Τ’ αδέλφια ξαναβρέθηκαν και, αποφασίζουν να επιχειρήσουν μαζί την περιπέτεια κάποιου θεάματος, όπως δεν έπαψε να το ονειρεύεται ο Σαρλ. 

«Ακόμα απ’ όταν βρισκόμουν στους δρόμους αναζητώντας τροφή, σκεφτόμουν πως ήμουν ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του κόσμου. Έπρεπε να διατηρήσω αυτήν την περισσή αυτοπεποίθηση που προέρχεται από την αυτο-εμπιστοσύνη. Χωρίς αυτή τρέχουμε ολοταχώς προς την αποτυχία.» 

Ήταν πλέον 14 

ετών ο Σαρλ όταν έσπρωξε την πόρτα ενός Θεατρικού πρακτορείου.  Η τύχη τον ευνόησε κι εκεί. Έπεισε! Μερικές μέρες αργότερα, ο νεαρός έφηβος πήρε τον πρώτο του ρόλο, τον ρόλο του υπηρέτη «Μπίλλυ» στο θεατρικό “Sherlock Holmes.” Στον νέο του αυτόν ρόλο θα εργαστεί για 2 χρόνια. Δέχεται εκεί τις πρώτες του ευνοϊκές κριτικές στον τύπο και αρχίζει να ζει από το επάγγελμά του αυτό. Ο πρωτότοκός του αδελφός Σύδνεϋ, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο επιβε-βαιώνοντας ικανότητες κατάπληκτι-κού ηθοποιού και συγγραφέα. Το 1908, τα δυο αδέλφια ξανασμίγουν στα πλαίσια της θεατρικής ομάδας Καρνό, διάσημης για τις παντομίμες τους. 

Σε λίγους μήνες, ο Σαρλ εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες βεντέτες. Έτσι ο χλωμός και αδυνατούλης νεαρός επιλέγεται, το 1911, για την Αμερικανική περιοδεία του μπουλου-κιού. 

Για μια 

ακόμα φορά η ζωή του αλλάζει. Ανακαλύπτει τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, το Σαιντ Λουί. Εκτιμά την χώρα αυτή όπου φαίνεται να πνέει ένας δυνατός δημιουργικός άνεμος. Αυτός που δύσκολα τα καταφέρνει στην ανάγνωση, ρίχνεται στο διάβασμα κάθε έντυπου που πέφτει στα χέρια του. Λεξικά, βιβλία φιλοσοφίας, κλασικά ρομάντζα, ποιητικές συλλογές. Κατά την περιοδεία μοιράζεται δωμάτιο με τον νεαρό άγγλο κωμικό ηθοποιό, Stan Laurel. 

«Ο Τσάρλι ήταν απρόβλεπτος, με χιούμορ συνεχώς εναλλασσόμενο. Μ1ερικές φορές, αυτός που έδειχνε μάλλον μετριόφρων, αισθανόταν την ανάγκη να το παίξει αριστοκράτης.  Φορούσε λοιπόν τότε ένα ακριβό ημίψηλο καπέλο, ένα κομψό κουστούμι, γάντια, δίχρωμα παπούτσια κι ένα μπαστούνι. Κάπου – κάπου έκανε αυτό που ονόμαζε υδροθεραπεία. Δεν έτρωγε για πολλές μέρες. Του έφτανε μόνο να πίνει νερό. Διάβαζε ασταμάτητα και κουβαλούσε πάντα μαζί το βιολί του.»

Στην πραγματικότητα ο Τσάρλι είναι πολύ ντροπαλός, ένας άνθρωπος που βγαίνει από τους περιορισμούς του μόνο όταν μπαίνει στη σκηνή οπότε τότε αφήνει να μιλήσει το εξαιρετικό ταλέντο του, του μίμου. Αυτό το ταλέντο του αναγνω-ρίστηκε από τους κινηματογραφικούς   παραγωγούς. 

Το 1913, ο Τσάρλι Τσάπλιν υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρία Keystone που ειδικευόταν σε κωμικές ταινίες, αντί 150 δολαρίων την εβδομάδα. Στο Χόλλυ-γουντ, μια ήσυχη μικρή πόλη κοντά στο Λος- Άντζελες, ξεκινάει κάτω από την διευθυντική μπαγκέτα του Max Sennett, ενός αυτοδίδακτου πείσμονα κι έξυπνου, σαν κι αυτόν. Αμέσως με την πρώτη του ταινία με τίτλο «Για να κερδίσει τη ζωή του», είναι ο κύριος πρωταγωνιστής και υποδύεται έναν απατεώνα κομψό με ημίψηλο καπέλο, μονόκλ και μουστάκι σαν τιμόνι ποδηλάτου. Δεν πρόκειται για μεγάλο αριστούργημα, αλλά ήδη η μηχανή πήρε μπρός και, μια που οι  Keystone  έκαναν αλυσιδωτές παραγωγές ταινιών, ο Τσάπλιν μπήκε κρίκος στην αλυσιδωτή παραγωγή.

Ήταν ένα βροχερό απόγευμα τον Ιανουάριο 1914. Ο Τσάπλιν μπαίνει στην γκαρνταρόμπα των στούντιο, απ’ όπου, σε λίγα λεπτά της ώρας, διαλέγει ένα πολύ στενό σακάκι, ένα ημίψηλο πολύ μικρό για τα μέτρα του καπέλο που έβαλε πάνω στα κατσαρά πυκνά μαλλιά του, ένα γελοίο μουστάκι που το έβαψε με μαύρο βερνίκι παπουτσιών κι ένα παντελόνι υπερβολικά φαρδύ που συνοδεύονταν από ένα καλαμένιο μπαστούνι. Έτσι ο Τσάπλιν συνέθεσε έναν τύπο περιπλανώμενου αλητάκου γκρινιάρη και κλεφταράκου που περπατάει κουνώντας τους γοφούς του σαν την πάπια. Μονομιάς νάτος λοιπόν ο Σαρλώ καθορισμένος για την αιωνιότητα. Και η επιτυχία ακολουθεί άμεσα. Το Αμερικανικό κοινό παθιάζεται για τις περιπέτειες αυτού του ανθρωπάκου, φτωχού και αναιδούς που δεν διστάζει να κλωτσήσει τα καπούλια των ευγενών. Διεφθαρμένος, μεθύστα- κας, ακόμα και κακός, ο μάλλον ανήθικος αυτός ανθρωπάκος, αρέσει! Στο πλατό ο Τσάπλιν δεν είναι λεπτός με τους δημιουργούς του Keystone που τους θεωρεί ανίκανους.

Μπερδεύεται κυριολεκτικά σε όλα και τα αρπάγματα μεταξύ τους είναι πράγμα σύνηθες. Ο Μαξ Σεννέτ αποφασίζει σύντομα να συντάσσει μόνος του τα έργα για τον Σαρλώ αφήνοντας την βεντέτα του να προσφέρει το ταλέντο της να δημιουργεί εκπλήξεις όπως στα έργα:  «Ο Σαρλώ ξεκινά», «ο Σαρλώ μαρκήσιος,»  «Ο Σαρλώ αγαπά την πατρόνα.»  

Με τη βοήθεια της επιτυχίας, το φθινόπωρο του 1914 ο Σαρλό απαιτεί να δημιουργεί μόνος τα φιλμ του. Δεν είναι παρά 25 ετών αλλά παρ όλη την έμφυτη συστολή του, δείχνει έναν αποφασιστικό χαρακτήρα, μια απόλυτη τελειότητα και μια απαίτηση χρωματισμένη με αλαζονεία. Σε τέτοιο βαθμό αισθάνεται βέβαιος για τον εαυτό του. 

chaplinΣε έξι μήνες  ο Τσάπλιν παράγει δεκαέξι ταινίες που του επιτρέπουν να επιβεβαιώσει τα ταλέντα του σαν ηθοποιός, σκηνοθέτης και  σεναριο-γράφος. Κατά, το τέλος του 1914, εγκαταλείπει τον Keystone για να πάει με τον Essanay, με τον οποίο σύντομα θυμώνει. Τούτο διότι ο νεαρός μας είναι φιλόδοξος και σκληρός διαπραγματευτής στις επαγγελματικές υποθέσεις του. Το χρήμα που τόσο είχε στερηθεί μετράει πολύ γι’ αυτόν. Μα τόσο πολύ; Σε όλη του τη ζωή, θα σέρνει τη φήμη του σπαγκοραμμένου πράγμα όμως περισσότερο ή λιγότερο δικαιολογημένο. Πάντως αποδεικνύεται οικονόμος και διάγει μια ζωή άνετη αλλά απλοϊκή.

Στις ταινίες του, ο Σαρλώ παραμένει φαρσαδώρος αλλά παίρνει το μέρος των αδυνάτων. Οι πρώτες κριτικές δημοσιεύονται από οπαδούς των ενάρετων για τις λεπτομέρειες, παρ’ όλ΄ αυτά, αθώες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όμως, τα ισχυρά λόμπυ της ευπρέπειας και του πουριτανισμού επιβλέπουν στενά τον κινηματογράφο και υπεισέρχονται παρεμβαίνοντας κατά καιρούς. Ο Τσάπλιν πρέπει να σεβαστεί την κατάσταση αυτή. Πόσο μάλλον που του καταλογίζουν ως ένα βαθμό μια τάση προοδευτικότητας ακόμα και τάση προς την αναρχία.

Οι φήμες λένε επίσης πως είναι εβραίος. Δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά σπάνια αντικρούει, λέγοντας: «Δεν έχω αυτήν την τιμή.» 

Στη διάρκεια

ταξιδιού με τραίνο από το Λος Άντζελες προς τη Νέα Υόρκη, τον Ιανουάριο του 1916, ο Τσάπλιν αποδεικνύεται διάση-μος!… Οι σταθμοί είναι σημαιο-στολισμένοι, πλήθη ανθρώπων πολι-ορκούν το βαγόνι του. Δεν πιστεύει στα μάτια του. Ο αδελφός του Σύδνεϋ διαπραγματεύεται τα συμβόλαια για λογαριασμό του.  

Του προτείνουν 670000 δολάρια ετησίως. Στις ΗΠΑ τον καιρό εκείνο, κανένας δεν κέρδιζε τα μισά αυτού του ποσού. 

Αυτός, ο Τσάπλιν, στα 26 του είναι εκατομμυριούχος. Παραμένει όμως φιλό-σοφος: «Από σήμερα, λέει, ως και σε 5 χρόνια, η εργασία μου θα μπορούσε να αποτιμάται σε λιγότερα από εκατό δολάρια τη βδομάδα. Αποταμιεύω λοιπόν σιτάρι όσο ο ήλιος λάμπει.»

Στην Ευρώπη κυρίαρχος είναι ο πόλεμος (1ος Παγκόσμιος) κι ο Τσάπλιν αντιμε-τωπίζει κριτικές. Του καταλογίζουν ότι κερδίζει χρήματα στην Αμερική ενώ οι νέοι Βρετανοί της ηλικίας του πολεμούν μέσα στα χαρακώματα. Μάταια πολεμική εναντίον του, διότι, η επιστράτευση δεν αφορά τους Άγγλους που ζουν στις ΗΠΑ. Παρ’ όλ΄ αυτά ο Τσάπλιν συνεισέφερε οικονομικά για τον αγώνα. Το 1918, θ’ απαντήσει με τον τρόπο του με ένα επικό και πολύ αστείο έργο του, Το «Ο Σαρλώ Στρατιώτης.» Σ’ αυτό, μόνος του συλλαμ-βάνει τον Κάϊζερ και το επιτελείο του, στο …όνειρό του. 

Στο εξής ο ντροπαλός Τσάρλι ξανοίγεται στον κόσμο των αγαθοεργών δεξιώσεων και στα κοκτέιλ της υψηλής κοινωνίας και στις επιχειρήσεις των θεαμάτων. Ενώνε-ται με άλλους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ντάγκλας Φαίρμπανκς, που γίνεται ο καλύτερός του φίλος.  Αναπτύσσει  για κάποιο χρονικό διάστη-μα μια γλυκιά σχέση με την  Edna Purviance,  την ηθοποιό που παίζει μαζί του τους γυναικείους ρόλους. Οι ταινίες του βελτιώνονται και ο Σαρλώ εξανθρω-πίζεται λίγο – λίγο. Στις φάρσες ενός φτωχού αξιολύπητου αλητάκου προστί-θεται πλέον η ποίηση ενός σεληνιακού Πιερότου έτοιμου να βοηθήσει μια ορφα-νούλα που κλαίει. Κι αυτά, διατηρώντας πάντα την προκλητική γεύση με το να κλωτσά τα οπίσθια ενός αστυνομικού ή ενός τραπεζίτη. Το 1918, παντρεύεται την  Mildred Harris, μία δεκαεξάχρονη ηθο-ποιό, αλλά η ένωσή τους δεν θα διαρκέ-σει.

Την ίδια χρονιά, 

ο Τσάρλι αρχίζει το γύρισμα του διάσημου έργου “ Kid ” στο οποίο εμφανίζεται με τον νεαρό  Jacky Coogan, που ενσαρκώνει ένα παιδάκι που οι Κοινωνικές Υπηρεσίες αφαιρούν από τον πατέρα που το υιοθέτησε. Όταν κυκλοφόρησε, το 1921, το έργο  “ Kid ” αποδεικνύεται μια διεθνώς μεγάλη επιτυχία.  

Εν τω μεταξύ, ο Τσάπλιν χωρίζει από την Mildred που τον κατηγορεί για «πνευματική βαναυσότητα» με στόχο να εισπράξει ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Ο Τσάπλιν υποχωρεί κάτω από το βλέμμα των ΜΜΕ που δεν του συγχωρούν τίποτα. Εξ άλλου ο Σάρλ θα έχει επίσης λιγοστή τύχη με τους δύο επόμενους γάμους του, απ’ τους οποίους ο ένας με την ωραία Paulette  Godart,  το 1936. Θα χρειαστεί να περιμένει ως την ηλικία τω 54 ετών για να γνωρίσει επί τέλους τη σταθερότητα και την γαλήνη της οικογενειακής ζωής με μια γυναίκα 18 ετών, την Oona O’Neill, κόρη ενός Βραβευμένου με Νόμπελ στη φιλολογία.

Στα χρόνια μετά το 1920, η ευαισθησία του για τους φτωχούς και τα κοινωνικά θέματα, η κριτική του της κοινωνίας που ποδοπατά τους μικρούς κι αδύνατους, οι αγώνες κατά της αδικίας μέσα από τις ταινίες του, τον κάνουν να χαρακτηρίζεται από πολλούς σαν «Μπολσεβίκος…» Μια πολύ λανθασμένη ιδέα, διότι ο Τσάπλιν ασχολείτο πολύ λίγο με την πολιτική, αλλά, τους αφήνει να λένε. Ή καλύτερα ακόμα:  Σ’ ένα ταξίδι του στη Γαλλία, είπε, σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση, ότι ενδιαφερόταν γι’ «αυτή τη μεγάλη χώρα και τις προσπάθειές της για κοινωνική ανασυγκρότηση με στόχο να βγει από το χάος».

Η επιτυχία και οι τεχνικές δυνατότητες απογειώνονται όταν ο ομιλών κινηματογράφος εμφανίζεται στις οθόνες. Ο ίδιος συνεχίζει να παράγει βουβές ταινίες διότι «ο Σαρλώ δεν μιλάει.» Θα πρόκειται παρ’ όλ’ αυτά για αριστουργήματα σαν «Τα φώτα της πόλης,» το 1931, ή «Μοντέρνοι καιροί,» το 1936, που στηλιτεύει με το αστείο την μηχανοποίηση των μοντέρνων και τις σύγχρονες κοινωνίες με τη σκληρότητα της ζωής των εργαζομένων. Και πάλι τον χαρακτηρίζουν σαν κομουνιστή. Κι αυτό, δεν έχει τέλος.    

Το 1940, 

ο Τσάπλιν «υιοθετεί» εν τούτοις τον ομιλούντα κινηματογράφο αλλά θυσι-άζει την προσωπικότητα του ως Σαρλώ για να γράψει, να ερμηνεύσει και να υλοποιήσει το έργο «Δικτάτωρ». Μια σελίδα γύρισε. Όχι όμως των μεγάλων του ταινιών εφ’ όσον θ’ ακολουθήσουν ταινίες σαν «Τα φώτα της ράμπας» το 1052. Σ’ αυτήν παριστάνει έναν γερο-Κλόουν κουρασμένο. Για πολλούς πρόκει-ται για το μεγαλύτερό του έργο. Παρ’ όλ’ αυτά, αυτή την ίδια χρονιά, ο Τσάπλιν και η  πολύτεκνη οικογένειά του (είχε από-κτήσει δέκα παιδιά,) πρέπει να εγκα-ταλείψουν τις ΗΠΑ κυνηγημένοι απ’ τον Μακαρθισμό, που τον θεωρεί φίλο των κομμουνιστών.           

Εγκαθίσταται στην Ελβετία και θα ζήσει εκεί ως το τέλος της ζωής του. Το 1975, στέφεται ευγενής από την  Βασίλισσα Ελισάβετ, αυτός, το παλαι-ποτέ μικρό αγοράκι το φτωχό των κατώτερων στρω-μάτων του Λονδίνου.  Θα ονομασθεί

  “ Sir… ”  

Τρία χρόνια νωρίτερα, η Αμερική μετα-νιωμένη, του είχε ήδη απoνείμει ένα “Oscar” τιμώντας και αναγνωρίζοντας την μεγαλοφυΐα του που χάραξε με τις πολύ-άριθμες χιουμοριστικές και ουμανιστικές ταινίες του. 

Ο Sir Charles Spencer Chaplin έσβησε το έτος 1977. Ο Charlot ή Σαρλώ, αυτός, είναι πάντα εδώ. Και, ένα απλό ημίψηλο καπέλο κι ένα μουστακάκι, αρκούν σήμερα ακόμα για να αναβιώσουν τον… μύθο.   

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.