ΣΤΗΝ ΓΗ ΤΩΝ ΕΓΕΡΘΗΤΟΣ

messaris
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

του Διονύση Μεσσάρη 

Ω! Μούσα! Υπάρχουν χώρες πολλές ακόμη που θα ήθελα να ιδώ ως άνδρας πολύτροπος, χωρίς κατ’ ανάγκη να πέρσω (γκλπ!) τα ιερά τους πτολίεθρα. Μα η επιθυμία μου αυτή σκοντάφτει κάπου. Πρωτίστως στον χρόνο που δεν διαθέτω και στα δυσβάσταχτα κόστη ταξιδίου λόγω της οικονομικής κρίσης, που η ψωμόλυσσα της παιδικής μου ηλικίας, η απαράδεκτη αδηφαγία της εφηβείας μου και οι διεθνοδημοσιονομικοπολιτικοί ερασιτεχνισμοί της ωριμότητας μου και πολλών ομοεθνών μου επέφεραν. Δευτερευόντως στο γεγονός ότι δεν διαθέτω το κατάλληλο μέσον δια ένα τέτοιο εγχείρημα. Οπότε (στεναγμός!) δεν μου μένει άλλη δυνατότητα από να καταφύγω στα πλεονεκτήματα της αφαιρετικής πνευματικής και ποιητική αδεία δημιουργικής φαντασίας (και λογιστικής). Πέτα λοιπόν γοργόφτερη σκέψη πάνω από λειμώνες και πέλαγα, του διοπτροφόρου ποιητή την άσβεστον πείνα, θρέψε.

Νομίζω ότι έχω ξεφύ’ει λιγάκι αλλά έχει πλάκα αν συμφωνείτε και εσείς. Θα εκκινήσω λοιπόν ένα ονειρώδες ταξείδιον αντάξιον του Οδυσσέως. Αμέσως όμως τίθενται μία σειρά από ζητήματα, που λέει συχνά  ο φίλος μου ο Τάκης και με δαιμονίζει. Παραδείγματος χάριν, το εξής ένα, ποιο μέσο να χρησιμοποιήσω; Μήπως γαντζωμένος στην κουπαστή του ποθοπλάνταχτου μεγάλου Ανατολικού του Εμπειρίκου; Μήπως γραπωμένος στο καλάθι της Αργούς; Μήπως δεμένος να σφαδάζω στο κατάρτι της  μονήρους του Οδυσσέως; Ε ρε αρχαιολαγνεία που με έχει πιάσει σήμερα, με έχει κολλήσει ο Μιχαλοχιτλεράκος, ως φαίνεται. Τέλος πάντων μάλλον θα προτιμήσω το δεύτερο. Ένας αργός πλους με αερόστατο πάντα είναι συνταρακτικός, σου δίνει τον χρόνο να συλλέγεις φωτογραφίες για το album σου και συνάμα είναι και οικολογικός. Βέβαια θέλει 200 κιλά υδρογόνο που χρειάζεται ένα κάρο ηλεκτρικό ρεύμα για να παραχθεί αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει καθόλου τα εναλλακτικά πράσινα άλογα.

Πάνω σε αυτές τις σκέψεις ένα αργό φλαπ-φλαπ ακούγεται από ψηλά, σηκώνω το κεφάλι και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο μπαλόνι με αργή περιστρεφόμενη προπέλα πίσω να πλησιάζει προβάλλοντας ανάμεσα στα σύννεφα. Ένας χοντρός κάλος κρέμεται από την πλεχτή του γόνδολα και σέρνεται πάνω στην χορταριασμένη γη παραμερίζοντας τα άτυχα θαμνάκια που βρίσκει στην διάβα του. Κοιτάζω ανήσυχος προς τα επάνω και βλέπω την γνώριμη φιγούρα του καπετάνιου. Είναι η αγαπημένη μου άστατη ποντικίνα, με τα ομματοϋάλια στα μάτια, τα μπικουτί στα μαλλιά και ένα τεράστιο καπέλο καπετάνιου στο κεφάλι. «Μην στραβομουτσουνιάζετε, όνειρο είναι και μάλιστα δικό μου και δεν σας πέφτει λόγος». Με κοιτάζει λοιπόν επιτιμητικά και μου κάνει μία αδιαόρατη κίνηση με το σχοινί να συντομεύω με το ανέβασμα. Ευτυχώς που έχω φυσική κατάσταση και με δύο δρασκελιές είμαι μέσα στην ασφάλεια του σκάφους, γαντζωμένος από την κουπαστή. Αμέσως προκύπτει και το άλλο ζήτημα. Που πάμε; Νέο επιτιμητικό βλέμμα και η καπετάνισσα μου απλώνει έναν πολύχρωμο χάρτη να διαλέξω.

Σκύβω με προσοχή και ψάχνω διερευνητικά. Με ελκύουν τα χρώματα αλλά δυσκολεύομαι να διαβάσω: «Ουτοπία», «Xώρα του ποτέ», “Ζούγκλα των Λιλιπούα»,  «Πολιτεία Πλάτωνος (sic) κλπ. Όμως την προσοχή μου απέσπασε μία μαύρη περιοχή που έφερε ένα κάπως φαμφαρόνικο τίτλο «Γη των εγέρθητος». Η περιέργεια μου με μαστίγωσε άγρια. Δεν την είχα ξανακούσει ή μάλλον κάτι μου ερχόταν από πολύ παλιά αλλά πάντως δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Το υπόμνημα του χάρτη δεν βοήθησε και πολύ. Χώρα ευνομούμενη, λαός αμιγής και πειθαρχημένος, βαθύτατα σεβόμενος την παράδοση του, γλώσσα παραλλαγμένη Ελληνική, όπως τα Γκρεκάνικα της κάτω Ιταλίας. Αυτό ήταν!  «Αγαπημένη μου ποντικίνα φεύγουμε και με προσοχή την μανέτα του γκαζιού μην την πάθουμε σαν το  Zeppelin του Χίτλερ»!

Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της Μπουμπουλίνας, που στεκότανε αγέρωχη μπροστά στην γέφυρα, θέλαμε μία ώρα ταξίδι αν πιάναμε το Jet stream, που από το χαρακτηριστικό τρίξιμο των άλμπουρων μάλλον το είχαμε πιάσει.  Είχα λοιπόν καιρό να κάνω ένα γκουγκλάρισμα για να συλλέξω πληροφορίες για το οδοιπορικό μου. Άνοιξα το λαπιτόπι, όπως λέει και ο φίλος μου ο Πύρρος που άγει την καταγωγή του από την Στερεά, και άρχισα να σερφάρω (περιηγούμε). Περίεργη γλώσσα αυτά τα νεοελληνικά! Είναι στιγμές που νοσταλγώ τα αρχαία. Ναι, μα τον Γιαραμπί! Να μην με βρει ο χρόνος αν λέω ψέματα! Θυμάμαι,  καμιά εικοσαριά χιλιάδες χρόνια πριν και βάλε, όλη η Ευρώπη και η Ασία μίλαγε κάτι σαν πρωτοευρωπαϊκά ή Ομηρικά  Ελληνικά ή Ινδοερωπαϊκά (ανάλογα τι κόμμα ψηφίζετε) και όλα ήταν καλά. Αυτοί που σπάσανε τους κανόνες και τις φόρμες ήταν οι δικοί μας στην Βαλκανική που με τους Αθηναίους ρήτορες και σοφιστές μπροστάρηδες άλλαξαν τα φώτα στη γλώσσα κάνοντας την γραμματική και το συντακτικό ίσαμε εξακόσιες οκάδες! Πρόοδος σου λένε! Όλοι οι άλλοι οι κουτόφραγκοι έμειναν με την παλιά να νοιώθουν και μειονεκτικά που μιλάνε βαρβαρική γλώσσα με πεντακόσιες χιλιάδες λέξεις έναντι των πάνω από πέντε εκατομμύρια που ξέρει ένας ογδοντάρης καλοσπουδαγμένος άριος Έλληνας (sic)! Αυτή ήταν και η ευχάριστη έκπληξη μου για τους εγέρθητος που φαινόταν να τα πηγαίνουν περίφημα με τα αρχαία Ελληνικά.

Η γόνδολα του αερόστατου προσάραξε, ας πούμε απαλά, στην κορυφή ενός λόφου. Τόσο απαλά που χρειάστηκε να κρατηθώ από την ουρά της ποντικίνας μου γεγονός που την έκανε να με κοιτάξει επιτιμητικά. Ο λόφος επολιορκείτο από τρεις φάλαγγες αλαλαζόντων κατοίκων οργανωμένοι σε παρατάξεις όπως την μάχη του Μαραθώνα. Φαίνεται ότι η υπερβολική απομόνωση τους είχε πειράξει τας φρένας. Φαίνεται η απομόνωση της χώρας γέννησε πολύ όνειδος. Μα γιατί; Πάντως η μεσαία φάλαγγα αποτελείτο από φαιοχίτωνες νεαρούς με μαύρα περιβραχιόνια και δάδες που μας πλησίασαν και σχημάτισαν σε παράταξη έναν διάδρομο από την κορυφή του λόφου έως την δεύτερη και ολιγομελέστερη φάλαγγα στην βάση του λόφου.

«Πολύ ευγενικοί οι Εγέρθητος» σκέφτηκα. Έριξα μία ματιά στην καπετάνισσα για βοήθεια που ως συνήθως απέφευγε το βλέμμα μου. Αναστέναξα «επίσης ως συνήθως το ταξίδι αυτό θα το κάνω μόνος μου» και με ένα ζηλευτό σάλτο ακολούθησα, κάπως ανατριχιασμένος, το εσωτερικό των δαδοφόρων, ντουγρού προς τις δευτεράντζες. Οι φαλαγγίτες αυτοί μας συστήθηκαν σαν βουλευτές και υπουργικό συμβούλιο. Αλλά χαιρετώντας έναν-έναν είχα την αίσθηση ότι έβλεπα μπόξερς, ζόμπι, σεκιουριτάδες τρίτης διαλλογής θυρωρούς, περιπτεράδες, τρικυκλίστες, τον Αρτέμη Μάτσα, τον Εφιάλτη, τον Πιτυριδιάρη, τον ιερόπουλο, τον Σπατακό, την Σάρα, την Μάρα και φοβάμαι μήπως έχω ξεχάσει και κανέναν άλλον συντελεστή της παράστασης, γι’ αυτό και ζητώ από όλους τους υπολοίπους  ταπεινά συγγνώμη.

Ξέχασα όμως να πω ότι όση ώρα διαρκούσαν οι χαιρετούρες, οι τριτοφαλαγγίτες επευφημούσαν, σχεδόν ούρλιαζαν. Κάτι σαν «ευλογημένος ο ερχόμενος» αλλά δεν παίρνω και όρκο, δεν  μπορούσα να καταλάβω καλά. Όμως σε κάθε αποστροφή και επανάληψη του συνθήματος μου φάνηκε να ακούω και έναν θόρυβο, σαν κάτι να κάνει στράκες από πίσω τους. Αν ήμουν πάνω από εκατό ετών θα έπαιρνα όρκο ότι άκουγα στον αέρα το σφύριγμα από την γάτα με τις εννιά ουρές που κάποτε όργωνε τα ρώσικα τομάρια μέχρι που δεν αντέξανε και έγιναν παλιοκομούνια. Όπως και να το κάνεις το κνούτο και ο δροσερός αέρας της Σιβηρίας τους έκανε καλό κοκκινίσανε τα μάγουλά τους και έτσι ως εκ θαύματος γίνανε ασορτί με την σημαία τους. Ας σοβαρευτούμε.  Τα πρόσωπα τους ήταν τόσο σοβαρά και με το ίδιο παγωμένο χαμόγελο, κάπως μεταξύ κλόουν, κούκλα του Σατανά, το μωρό της Ροζμαρί και εφιάλτη στον δρόμο με της λεύκες, αν δεν κάνω λάθος, που μου ερχότανε να ξεραθώ στα γέλια. Μάλιστα θυμήθηκα και το ανέκδοτο με τον Αμερικανό πρεσβευτή που επισκεπτότανε μία αφρικάνικη χώρα και το πλήθος ζητωκραύγαζε φωνάζοντας «ούμπαλα» σε κάθε αποστροφή του λόγου του. Βέβαια οι επίσημοι τον καθησύχασαν ότι φωνάζουν στην γλώσσα τους ζήτω. Μα λίγο αργότερα όταν τους επαίνεσε για τα πολλά βόδια που έχουν αυτοί τον διόρθωσαν ότι ήταν ταύροι. Ο πρεσβευτής επέμενε, μιας και ήταν από το Τέξας και γνώριζε από αυτά, οπότε οι μαυρούληδες τον αποστόμωσαν λέγοντας,  «μα είναι ταύροι, δεν βλέπετε που έχουν ούμπαλα». Στην τελευταία αυτή σκέψη είπα τετέλεσται θα πέσω χάμω και θα ξεσκιστώ στα γέλια. Συγκρατήθηκα με χίλια ζόρια και άφησα να με μπάσουν στην λιμουζίνα και κινήσαμε για την χώρα.   

Η χώρα ήταν η μεγαλύτερη πόλη των Εγέρθητος. «Αγαπητέ μας πρεσβευτά, επ’ ευκαιρία που ο Φούρερ μας παίρνει έναν υπνάκο για να ξεκουραστεί από την υπερβολική δουλειά της διοίκησης της χώρας, θα θέλατε να κάνουμε μίαν περιήγηση στην πόλη;». Ο τίτλος του πρεσβευτή μου έφερε πάλι γέλια. «Πολύ εύκολα κουράζεται ο Φούρερ (άκου όνομα) μονολόγησα» ευτυχώς από μέσα μου, γιατί οι συνεπιβάτες μου δεν φαινόντουσαν να διαθέτουν και πολύ χιούμορ. Ήταν σαν να υπέφεραν όλοι τους από δυσκοιλιότητα ή σπαστική κολίτιδα. Ελπίζω να μην  τους έρθει καμία ανάγκη μέσα στο όχημα. 

Πρέπει να το παραδεχθώ ότι η πόλη ήταν καθαρή, οργανωμένη και σε κάθε γωνιά στεκόταν και ένας φαλαγγίτης, τουλάχιστον στην κεντρική λεωφόρο που διερχόταν το όχημα, για τις παρόδους δεν παίρνω όρκο. Σου ενέπνεε μία αίσθηση ανατριχιαστικής ασφάλειας. Μάλιστα σε κάποια τράπεζα μου φάνηκε ότι είδα έναν τους να περνάει με το ζόρι μία άγρια ανθιστάμενη,γριούλα από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, για να μην την πατήσουνε τα αυτοκίνητα ή για να της πάρει την σύνταξη. Ποιός ξέρει; Τώρα που μιλάμε για γριές, παρατήρησα ότι στον δρόμο δεν περπατούσαν ηλικιωμένοι, ίσως ήταν όλοι στα γηροκομεία. Μα και παιδιά δεν έβλεπα, ίσως ήταν σε κατασκηνώσεις για ανάπτυξη σωματικών ικανοτήτων. Οι διαβάτες στους δρόμους εκινούντο με στρατιωτικό βήμα και ποτέ πάνω από δύο μαζί. Εκείνο όμως που μου έκανε τρομακτική εντύπωση ήταν, κοντά στις εγκαταστάσεις μίας εφημερίδας, οι άνθρωποι δεν περπατάγανε, σερνόντουσαν σαν σκουλίκια. Πως πάμε όταν κάνουμε τάμα στην Παναγιά της Τήνου; Έτσι. «Τι κάνουν αυτοί; Ανήκουν σε καμία αίρεση;» ρώτησα. A μπα! Δημοσιογράφοι είναι έτσι τους αρέσει, δεν σηκώνονται ποτέ. Ένοιωσα λίγο άβολα. Μάλλον θα δυσκολεύονται να λένε τα δελτία ειδήσεων. Τέλος πάντων θα το μεταφέρω στους δικούς μου. Πιθανόν να βρουν την ιδέα εξαιρετική, αν δεν με έχουν προλάβει κιόλας μερικοί από αυτούς.

Κοίταγα τις επιγραφές στα μαγαζιά όπως η Λόλα στο αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού, όσοι συνηλικιώτες με καταλαβαίνετε.  Καλοί μου φίλοι δοκιμάστε το, έχει πλάκα. «Γερμανική αρτοποιία Κάουφβιτς, το καλύτερο ψωμί» κάπως ανακατεύτηκα. «Σαπωνοποιία, αρωματοποιία Σαούλ» κάπως αναγούλιασα. «Νοσοκομείο ψυχικών νόσων, η γοργή αναχώρηση» ένοιωσα έναν κόμπο. Τελικά σε αυτή την χώρα μάλλον δεν έχει πλάκα. Τέρμα σταματάω το άθλημα. «Σταματήστε το όχημα να κατέβω είδα κάτι που μου αρέσει πολύ. Μπορώ;». Οι συνεπιβάτες μου με κοίταγαν με απορία. Το αντικείμενο της επιθυμίας μου ήταν ένα βιβλιοπωλείο. «Ξέρετε τρελαίνομαι για βιβλία. Μπορώ;». «Μα φυσικά, ευκαιρία να γνωρίσετε την κουλτούρα της χώρας μας, μπουρ-μπουρ και έτσι». Κατέβηκα όλος χαρά.

Ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό βιβλιοπωλείο σε στυλ Βικτωριανής εποχής. Η επιγραφή: «Παλαιοβιβλιοπωλείο ΚΑΤΣααρών». Πολύ περίεργα είναι τα εγερθητιανά Ελληνικά. Ειδικά μάλιστα που το ΚΑΤΣ- φαινόταν μεταγενέστερη προσθήκη. Ο βιβλιοπώλης με υποδέχτηκε με παροιμιώδη ευγένεια, αλλά φαινόταν σαν ξένο σώμα στον, όλο βαρύτιμο με ξυλόγλυπτα και δερματόδετα βιβλία στις προθήκες, διάκοσμο. Φαινόταν σαν τον λοχία που είχα στην βασική εκπαίδευση. Τέλος πάντων. «Θα ήθελα ένα Λεξικό και μία Γραμματική της Εγερθητιανής γλώσσας παρακαλώ». «Α! μάλιστα Έλληνας ε; Λοιπόν εμείς μιλάμε αρχαϊκά ελληνικά καθαρόαιμα. Φαντάζομαι θα έχετε και στην  χώρα σας τέτοια βιβλία». Παρέμενε όμως ακίνητος χωρίς καμία διάθεση να θέλει να πουλήσει την πραμάτεια του. «Λοιπόν;» του αντέτεινα. «Επιμένετε;» Μωρέ τι περίεργος άνθρωπος ήταν αυτός! «Ξέρετε είμαι νέος και δεν ξέρω που βρίσκονται τα βιβλία. Εξάλλου πολλά βιβλία τα κάψαμε.» «Τι κάνατε;» τον κοίταξα με φρίκη και μάλλον κινήθηκα εναντίον του, γιατί υποχώρησε έντρομος. Μία ταχεία σκέψη αυτοσυντήρησης μου πέρασε από το μυαλό, ένας μέσα και τέσσερεις απέξω. Δεν με έπαιρνε. Ένα φαρδύ χαμόγελο στο πρόσωπο μου σχηματίστηκε. «Να βοηθήσω εγώ;». Πάντως τέρμα στην πρώτη ευκαιρία την σκαπουλάρω από αυτή την χώρα. Από ανθρώπους που δεν σέβονται τα προϊόντα του πνεύματος δεν περιμένει ποτέ κανείς να βγει κάτι καλό. «Ευχαρίστως, κοπιάστε, βλέπετε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αναχώρησε γοργά». Να ξεράσω τώρα ή μετά; 

Τον προσπέρασα βιαστικά και με εκπληκτική ιχνηλασία βρήκα αυτό που ήθελα. Για να δούμε, είναι η γλώσσα ίδια. Έλεγχος: ρήμα εγείρειν, μεσό-παθητική φωνή εγείρεσθαι, προστακτική αορίστου β΄ πρόσωπο ενικού εγέρθητι, β΄ πρόσωπο πληθυντικού εγέρθητε. Κλονίστηκα, και όμως το βιβλίο έγραφε «εγέρθητου». Πως θα ένοιωθε κάποιος που στον ύπνο του τον βίασε δεινόσαυρος χωρίς να το καταλάβει; Κάτι ανάλογο ένοιωσα και εγώ. Οι άνθρωποι είναι αγράμματοι, ανιστόρητοι και άννοες. Το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα έλεγε ότι το όνομα της οφειλόταν σε ένα ιστορικό λάθος όπου  κάποιος ήρωας είχε εκφωνήσει την ιστορική φράση «ΕΓΕΡΘΗΤΟΥ».

Γύρισα στο όχημα όπου έμαθα ότι ο κύριος Μίχαλος Λιάτσος (ο Φούρερ) κοιμόταν ακόμα γιατί του πέσανε λίγο βαριά τα Πλευρώτους. Κατέλυσα στο ξενοδοχείο και περίμενα την κατάλληλη στιγμή για να την κοπανήσω. Από το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου έριξα μία ματιά με το κιάλι στον λόφο με το αερόστατο. Η ποντικίνα μου φαινόταν να έχει φτιάξει την βλάβη και το χέρι της έπαιζε στην μανέτα του γκαζιού. Με έπιασε τρόμος. Η προδοτική της συμπεριφορά μπορούσε να επαναληφθεί. Ξεχύθηκα στους δρόμους και άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Σώστε με  από αυτή τρελή και ζοφερή χώρα. Κάπου πιάστηκε το πόδι μου και έπεσα πρηνηδόν άρχισα να πονάω πολύ. ΒΟΗΘΕΙΑ.

Ξύπνησα ιδρωμένος στο κρεβάτι μου. Ο γάτος μου με κοίταγε απορημένος σαν να έλεγε «Πως κάνεις έτσι; Εγώ ένα δακτυλάκι δάγκωσα μόνο;». Τον αγκάλιασα ανακουφισμένος, τέρμα τα ποιητικά ταξίδια για μένα. Τα αφήνω σε άλλους αξιότερους από εμένα. Ευτυχώς που μας μένουν λίγες ημέρες ακόμη μέχρι τις εκλογές. Πάντως καλοί μου φίλοι να είστε προσεκτικοί και να ανακαλέσετε τις μνήμες σας. Γιατί καμιά φορά τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. Καλή ψήφο και εις τα άλλα με υγεία.               

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.