ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ:Η ιστορία μιας γυναίκας για ρομαντικούς κι ευαίσθητους ανθρώπους

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Νίνας Ναχμία

Eλα γλυκέ μου! Κι αν φτάνη η νύχτα

Και το σκοτάδι δεν σ’αρέση

Αστέρινο θαμπό στεφάνι

Η αγάπη μου θα σου φορέσει    

Έλα γλυκέ, κι ας φτάσει η νύχτα

Θα φέγγη η νιότη σου με θλίψη

Το σκοτεινό να υφαίνω πέπλο

Που ηδονικά θα σε καλύψει.

 

Η ιστορία της Μαρίας Πολυδούρη είναι ιδιαίτερα ελκυστική κυρίως γι’ αυτούς που η σκληρότητα της ζωής δεν κατάφερε  να τους κάνει να βιομηχανοποίησουν  το συναίσθημα τους και μπορούν ακόμα να ακούν με την αφή της ψυχής τους τα σήματα που στέλνουν οι ψυχές των συνανθρώπων τους. Σας ευχαριστώ λοιπόν,  που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μου για να γνωρίσετε την ζωή της σπάνιας αυτής γυναίκας που αγάπησε με πάθος και απόλυτη αυταπάρνηση έναν άντρα που ο στραγγαλισμός της προσωπικότητάς του από την οικογένειά του τον έκανε, να την απαρνηθεί και να ζήσει αυτός μίζερα  κι’αυτή απελπισμένα.  

 Προσπαθήστε να μην χάσετε τον ειρμό αυτής της ιστορίας για να μπορέσετε να εκτιμήσετε, αυτό το ανθρώπινο μεγαλείο. Κυρίως οι γυναίκες που με την κρυφή ή φανερή ζωή τους μέσα από νυχτερινές ενοράσεις, ή διηγήσεις κρατάνε την πεμπτουσία της  ανώτερης αυτής μοναδικότητας. Του ονείρου και της θυσίας.

Αν αναφέρομαι κυρίως στη Μαρία, παρ’ όλο που ο Καρυωτάκης είναι ο μεγάλος αναγνωρισμένος ποιητής, είναι γιατί η προσωπικότητα του Καρυωτάκη, από ανθρώπινης πλευράς, δεν με είλκυσε ποτέ. Μπορεί σαν ποιητή, να τον θαύμασα,  αλλά,   πιστεύω πως   ένας μεγάλος ποιητής  μέσα από το έργο του, πρέπει ν’αποδεικνύει και την μεγαλωσύνη της ψυχής του,αλλιώς η  αλήθεια της ζωής του  ακυρώνει το έργο του, όσο κι’αν αυτό είναι μεγάλο. Αν αναφέρομαι σ’αυτόν είναι γιατί η ιστορία της Πολυδούρη είναι αναπόσπαστα δεμένη με την δική του. Μπορεί, εκείνη να μην είχε την δική του  ποιητική   αξία αλλά η ανθρώπινη αξία της, αναμφισβήτητα υπερείχε κατά πολύ  της δικής του..

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1902 στην Καλαμάτα. Πατέρας της ήταν ο καθηγητής Ευγένιος Πολυδούρης και μητέρα της η Κυριακή το γένος Μαρκάτου. Το 1905 ο πατέρας της μετατίθεται στο  Γυμνάσιο του Γυθείου όπου η Μαρία θα τελειώσει το δημοτικό και το Σχολαρχείο. Η οικογένεια επιστρέφει στην Καλαμάτα το 1916 κι εκεί η Μαρία δημοσιεύει το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 14 ετών στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Το ποίημα  έχει τον  τίτλο «Ο πόνος της μάνας». Ένα τόσο μικρό κορίτσι περιγράφει συγκλονιστικά  τον σπαραγμό της μάνας όταν το παιδί της πνίγεται στη θάλασσα. Tόσο πιστά σαν να το είχε το γεννήσει εκείνη. Το ταλέντο της στη λογοτεχνία αχνοφαίνεται, έτσι από τα προεφηβικά της χρόνια. Το 1918 τελειώνει το γυμνάσιο, κάτι σπάνιο για τα κορίτσια της εποχής της. Κατόπιν εξετάσεων διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας και εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για το Γυναικείο Ζήτημα και την χειραφέτηση της Γυναίκας κι’ας είναι μόνον 20 χρονών. Το 1920 πεθαίνει ο πατέρας της και σε 40 μέρες η μητέρα της. Ένα μεγάλο πλήγμα για την Μαρία που όμως θα συνεχίσει να αποζητά μέσω της μάθησης τον σκοπό της ύπαρξής της. Το 1921 εγγράφεται στη Νομική Σχολή, ακόμα κάτι πολύ σπάνιο για τα κορίτσια εκείνης της εποχής. Το 1922 μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής ενώ φοιτά ακόμα στο Πανεπιστήμιο.

Στη Νομαρχία θα γνωριστεί με τον Κώστα Καρυωτάκη που εργάζεται επίσης εκεί και θα τον ερωτευτεί αμέσως. Θα γράψει:  

«Μουντά, χλωμά, αδιάφορα, πρόσωπα 

και μέσα σ’ όλους αυτούς, ο ποιητής». 

Ανήσυχη φύση όπως είναι εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο πριν το τελειώσει και εγγράφεται στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου. Το 1926 παίζει στο κουρέλι του Νικοντέμ. Η δραματική τέχνη όμως δεν την καλύπτει. 

“ Kαταστροφή,κρατούσα εγώ το νήμα, ως τη στιγμή του να κοπεί». 

Η σύντομη ζωή της Μαρίας Πολυδούρη εμπεριέχει στοιχεία εναλλασσόμενα  και ακραία όπως ήταν και η προσωπικότητα της που κινείται μεταξύ του πολύ ρομαντικού και της αυταπάρνησης μέχρι του πολύ θαρραλέου και τολμηρού που της υπαγορεύει η άκρως προκλητική, για την εποχή της, ιδιοσυγκρασία της. Ενώ έζησε σε μια εποχή άκραίου    συντηρητισμού και αυστηρού ψευδοηθικισμού κάνει μια πρωτοφανή επανάσταση, ασύλληπτα γενναία για ένα επαρχιωτοκόριτσο των είκοσι ετών. Φυσικό ήταν λοιπόν να στιγματισθεί σαν μια γυναίκα επιπόλαια με χαλαρά ήθη. Η αλήθεια είναι πως η Μαρία είναι το πιο τρυφερό, ηθικό και ρομαντικό πλάσμα. Η ελευθερία όμως, της είναι αναγκαία σαν τον αέρα που αναπνέει και η μικρή επαρχιώτικη μικρόπνοη κοινωνία που ζει την ασφυκτιά…   

«Πως ήμουν έτσι ανάρμοστα βαλμένη εγώ στην πλάση, σα ριγμένη»  

Δεν διαλέγει τον εύκολο δρόμο της κοινωνικής αποκατάστασης μέσω του γάμου και της εφησυχασμένης νοικοκυρίστικης ζωής, όπως κάνουν οι συνομήλικες της, αλλά τον τραχύ και ακάνθινο δρόμο της γνώσης, της περιπλάνησης και της αυτονόμησης κι ας ξέρει πόσο αυτό θα της στοιχίσει. Θα κάνει πρωτοφανή για την εποχή της πράγματα. Θα φύγει   για την πρωτεύουσα με την δίψα να ευρύνει τις γνώσεις της στο Πανεπιστήμιο. Και το ακόμα μεγαλύτερο και ασύλληπτο για την εποχή της  τόλμημα, να φύγει μόνη για το Παρίσι για να τελειοποιήσει τις σπουδές της και να τις εμπλουτίσει με μια προηγμένη και διαφορετική κουλτούρα.

«Παρίσι ήταν καιρός 

τα ονείρατά μου στο σκοτεινό πρωί σου 

να σκορπίσω και να σ’ αφήσω, 

παίρνοντας κοντά μου τη θλιβερή χαρά 

να σ’ αγαπήσω.»

Το ασυγχώρητο για την κοινωνία της είναι ότι μια γυναίκα, ένα νέο κορίτσι, παίρνει ανεξάρτητες αποφάσεις. Το ότι θέλει ν’ αφήσει την τρυφερή της καρδιά ελεύθερη ν’ αγαπήσει έξω από συμβατικότητες και το σώμα της να δεχτεί τους κραδασμούς αυτής της παράξενης καρδιάς και να τους ζήσει με όλους τους πόρους του. Για κείνη τίποτα δεν είναι ανήθικο όταν εμπεριέχει αγάπη. Σε μια κοινωνία όμως πάνοπλη και κονταροφόρα, αυτή η τρυφερή καρδιά δεν μπορεί παρά να ματώσει.  Οι κακίες της κοινωνίας είναι πολύ πιο ισχυρές από την άμυνα μιας αθώας  νεανικής ψυχής. Η Μαρία ξέρει το τίμημα που πρέπει να πληρώσει. Ξέρει πως πρέπει να τιμωρηθεί γιατί αγνόησε τους κανόνες της κοινωνίας της και δέχεται την μοίρα της που είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους που ζουν σκέφτονται και δρουν πολύ πιο μπροστά από τον χρόνο και την εποχή τους. Γιατί η Μαρία δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν μπορεί να πάει κόντρα στην ηφαιστειώδη φύση της που τελικά θα την λιώσει και θα την αφήσει σε στάχτες.»Φιλάρεσκα αρωματισμένη η νύχτα πάλι, ήρθε κι’ ως την φτωχή την κάμαρά μου, μου ζήτησε ένα γέλιο, τη χαρά μου, και στο προκηρυγμένο μου έσκυψε κεφάλι. 

Μετά τον θάνατό της, που συνέβη μόλις στα 28 της χρόνια θα κερδίσει  τον κρυφό θαυμασμό των γυναικών που την σπίλωναν όταν ήταν εν ζωή. Κατά βάθος τη ζήλευαν. Εκείνη έκανε ότι αυτές δεν θα τολμούσαν ποτέ να κάνουν. Εκείνες είχαν προτιμήσει τον ακίνδυνο δρόμο του βολέματος και αναλώνονταν στο καθημερινό νοικοκυριό, υπηρετώντας τον σύζυγο και μεγαλώνοντας τα παιδιά τους. Κρύβοντας τα όνειρα τους να μουχλιάσουν στο σεντούκι της ψυχής τους.  Δεν τολμούσαν να ξεφύγουν από ένα στάτους προσχεδιασμένο που ήταν ότι  μισούσε πιο πολύ η Μαρία. Αυτά τα πρότυπα του στενού επαρχιωτισμού, άντρας αφέντης, γυναίκα δουλικό που δεν αποφασίζει για τίποτα  εκτός από την αξιοποίηση των μαγειρικών συνταγών και οι βαθμοί που παίρνει από την κοινωνία είναι ανάλογοι με το πόσο διατηρεί καθαρό το σπιτικό της  είναι τα πρότυπα  στα οποία δεν θα μπορέσει να ενταχθεί ποτέ. 

Την ίδια εποχή, εκείνη θα ζήση  τον μεγάλο έρωτα της ζωής της με ένα παρανοϊκό και κομπλεξικό ποιητή. Η εσωτερική, παράφορη και ανεξήγητη φλόγα της θα του προσδώσει μυθικά στοιχεία που δεν τα είχε και δεν άξιζε κατ’ ουσία να του προσδοθούν. Όμως η Μαρία είναι απελπιστικά ερωτευμένη με τον Κώστα Καρυωτάκη. Αυτόν τον πανάσχημο και νοσηρά φοβισμένο που καμιά άλλη γυναίκα δεν θα γύριζε να τον κοιτάξει. Η στραγγαλισμένη, από τα πρώτα παιδικά του χρόνια, προσωπικότητα, κάτω από έναν σκληρό αυταρχισμό που βίωσε στην οικογένειά του θα γίνει ερινύα του που δεν θα τον αφήσει να χαρεί,ποτέ και τίποτα. Γεννήθηκε στην Τρίπολη   το 1896, από πλούσια  οικογένεια και μεγάλωσε μέσα σ’ ένα επαρχιώτικο άκρως αυστηρό περιβάλλον. Έζησε από τα πρώτα χρόνια του την νοσηρή καταπίεση και απόρριψη της οικογένειάς του. Μέσα του  θα ενσαρκωθεί   ο φόβος   για τους ανθρώπους που θα τον κάνει μισάνθρωπο και ανάπηρο ψυχικά. Αυτό το τετράστιχο δείχνει ανάγλυφα το δράμα αυτής της δυστυχίας. 

«Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς

μπορούνε με χίλιους τρόπους. 

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, 

Όταν ακούσεις ανθρώπους»  

Αντίθετα εκείνη είναι υγιής και φρέσκια με απέραντη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Θα προσπαθήσει  να τον κάνει να την εμπιστευτεί. Του μιλάει  για την αναγέννηση μέσα από τον έρωτα με την ελπίδα να τον παρασύρει σ’ αυτό που εδικαιούτο να ζήσει. 

«Άνοιξη! 

Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. 

Μάγια μύρα παντού και σ’ αγαπώ. 

Βραδύνεις κ’ υποψιάζομαι. 

Ζηλεύω, δεν σου πήρα όλης σου 

της ψυχής τον θησαυρό.»

Η Μαρία και ο Κώστας έχουν μόνο ένα κοινό. Παρ’ όλο που προέρχονται από πολύ διαφορετικές οικογένειες. Είναι πολύ μπροστά πνευματικά από την εποχή τους. Οι δικοί τους και η κοινωνία τους ασφυκτιούν, δεν την αντέχουν. Ο περίγυρός τους δεν τους καταλαβαίνει, τους βλέπει ως επικίνδυνους. Είναι επικίνδυνοι για την καθεστηκυία κατάσταση. Είναι στίγμα για τις οικογένειές τους που δεν καμαρώνουν καθόλου για τα ταλέντα και τις γνώσεις τους. Πανικοβάλλονται για τα τέρατα που έχουν στους κόλπους τους. Η Μαρία σαν πιο θαρραλέα, το αντιμετωπίζει, το παλεύει. Κι αν δεν καταφέρνει να πείσει τους δικούς της, καταφέρνει να την ανεχθούν. Ο Καρυωτάκης όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να  τον  δεχθούν οι δικοί του που τον βλέπουν σαν κακό σπυρί που αφορμίζει και ιώνει την οικογένεια. Κυρίως ο άτεγκτος πατέρας του, που και μόνο η παρουσία του, τον  κάνει  να τρέμει ολόκληρος. Ένας τρόμος αλόγιστος άνευ ορίων  που τον  γεμίζει ενοχές και συμπλέγματα. Ο πατέρας του  ο δυνάστης της νεαρής ζωής του που  εκείνος του ξεφεύγει σαν το άταχτο αλαλάζων πρόβατο που δεν θέλει  ν’ακολουθήσει την αγέλη.  Κι’ αυτό για την οικογένειά του είναι μια ασυγχώρητη παράβαση. Ήδη η παρουσία του και μόνο τόσο δύσμορφος αυτός μέσα  σ’αυτούς τους όμορφους τους κάνει να νοιώθουν ντροπή.  Κι’ας ξέρουν πως αυτό δεν είναι δικό του πταίσμα. Τουλάχιστον να ακολουθήσει κάποιον ανεκτό δρόμο, να σπουδάσει να αποκτήσει ένα επάγγελμα να βρεθεί και μια νύφη κατά το δυνατόν της τάξης τους που να τον δεχτεί να τελειώσει η αγωνία τους για τον αποδιοπομπαίο γιο και αδελφό. Εκείνος όμως, βουτάει την πένα του στη ματωμένη του ψυχή και γράφει κρυφά στιχάκια.  Τρομαγμένος σαν το σπουργίτι που ξέρει πως το περιμένει το βόλι, μαθαίνει να υπάρχει μυστικά κι αθόρυβα. Κρυμμένος πάντα να μην τον βλέπουν και θυμώνουν να μην βλέπει στο βλέμμα τους την απόρριψη, να μην ακούει την επίπληξή τους και τρομοκρατείται. Αυτή η απόρριψη θα γίνει ο βραχνάς που   δεν θα τον αφίνει ν’ανασάνει λεύτερα, εμποδίζοντας κάθε πρωτοβουλία του. Την βλέπει στα μάτια των κοριτσιών που τον κοιτούν ειρωνικά και με αποστροφή. Στα μάτια των αγοριών που θα ήθελε για φίλους και δεν θα τους κάνει ποτέ. Πώς να πιστέψει λοιπόν στον μεγάλο έρωτα της Μαρίας. Του είναι αδύνατον να πιστέψει πως αυτή η πανέμορφη. Πανέξυπνη και καλλιεργημένη κοπέλα είδε με λατρεία  το πανάσχημο σώμα του το δυσανάλογο κεφάλι του και τα μικρά μάτια του που δεν κοιτούσαν ποτέ άλλα μάτια αλλά με ντροπαλοσύνη το χώμα.»  Τα χέρια του τρέμουν σαν πουλιά σε καταιγίδα πάνω στο κορμί της Μαρίας, που το ποθεί με κάθε του κύταρο. Η τιμωρία όμως που έχει επιβάλει στον εαυτό του καθώς και η απόρριψη της Μαρίας, από τους δικούς του του απαγορεύει να γευτεί μια τέτοια ευτυχία.» Θηρεύοντας πράγματα αιώνια, θ’αφήσω να φύγουν τα χρόνια. Θα φύγουν και θα’ναι η καρδιά μου σα ρόδο που επάτησα χάμου» Ότι κι αν κάνει η Μαρία δεν θα τον πείσει ποτέ, πως πρέπει να ζήσουν τον μεγάλο  τους έρωτα κι αυτό θα την εξουθενώσει.   Ποτέ δεν θα τον πείσει πως εκείνη, δεν έβλεπε το άσχημο πρόσωπό του, αλλά  είχε ανακαλύψει σ’ εκείνον το κρυμμένο ασύλληπτα ωραίο  να πάλλεται, να δρα και να δημιουργεί εικόνες αφάνταστου κάλους μέσα της, βλέποντάς τον με τα μάτια της ψυχής. 

«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα, 

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. 

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη, 

‘μένα η ζωή επληρώθη. 

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα» 

Κι όμως εκείνος θα την προδώσει. Η νοσηρή δειλία του δεν θα τον αφήσει να χαρεί αυτό το μοναδικό που του προσφερόταν σαν δώρο για την άχαρη και στερημένη ζωή του και να βγει από το έρεβος που ζούσε, στο φως. Παρόλο που είναι πεισμένος για την αγνότητα της Μαρίας, δεν θ’ αντέξει τα σχόλια της κοινωνίας εναντίον της και πολύ περισσότερο την απόλυτη και τελεσίδικη απόρριψη των δικών του γι’ αυτό το ελεύθερο και έξω από τις κοινωνικές συντεταγμένες κορίτσι. Των δικών του, που αντί να ενθαρρύνουν την μοναδική ελπίδα ευτυχίας και σωτηρίας του θα φτάσουν στο σημείο να τον απειλήσουν ακόμα και με την απόκλισή του από την οικογενειακή διαθήκη. Άβουλος όπως είναι και τρομερά  εξαρτώμενος, δεν θα αντέξει να πάει κόντρα στην γονική εντολή. Η δυική του προσωπικότητα πάλλεται μεταξύ της μικροαστικής αντίληψης, του φόβου της κοινωνικής απόρριψης και της ποιητικής του μαγικής συνείδησης. Ξέρει στην ουσία πως πρέπει ν’ ακολουθήσει τον δικό του δεύτερο δρόμο αλλά από τρόμο ακολουθεί τον  πρώτο. Ο τρόμος είναι δυνατότερος από κάθε ελευθερία που την αποζητά σαν δέντρο το νερό αλλά δεν θα δροσιστεί ποτέ απ’ την πηγή της. Έτσι κάνει το πιο βολικό γι’ αυτόν. Προδίνει την Μαρία. Εξ’ άλλου ποτέ  δεν τον έπεισε, με όσες θυσίες κι αν έκανε, πως αυτή, το λαμπερό αστέρι είχε αγαπήσει με τόσο πάθος αυτόν, το τέρας. Θα κάνει τα πάντα να φανεί η ασημαντότητα του για να την κάνει να τον απαρνηθεί, όπως όταν κάποτε που τους πιάνουν αγκαλιασμένους και τους οδηγούν στην αστυνομία κι εκείνος στο δρόμο πηδάει από το κάρο και την αφήνει ακάλυπτη ν’ αντιμετωπίσει το όνειδος και την δημόσια διαπόμπευση. Πράξη ευτελούς ανανδρίας.  Ομως ακόμα κι’ αυτή, την έσχατη προδωσία εκείνη  την δικαιολογεί ως φυσιολογική για τον χαρακτήρα του.  Ο Καρυωτάκης αφού δεν καταφέρνει ούτε με αυτή την πράξη του να φανεί μικρός στα μάτια της και να τον εγκαταλείψει, της λέει ψέματα πως πάσχει από βαρύ αφροδίσιο νόσημα κι ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να την παντρευτεί.

Η απελπισμένη όμως αγάπη της είναι πάνω από ογκόλιθους δυσκολιών και αρνήσεων. Τίποτα δεν την φοβίζει αρκεί να είναι μαζί του. Η αυταπάρνηση της νεανικής της καρδιάς είναι ολοκληρωτική. Του ζητάει να κάνουν έρωτα. Όμως ούτε μπροστά σ’ αυτό το ασύλληπτο μεγαλείο εκείνος θα λυγίσει από την άκαμπτη θέση στην οποία έχει βάλει τον εαυτό του. Πως δεν του αξίζει καμιά χαρά, καμιά εκτίμηση αφού αυτός δεν εκτιμάει  καθόλου τον εαυτό του. Τον δρόμο της ευτυχίας που του ανοίγει αυτή η  μοναδική γυναίκα και που τυχαίνει πολύ σπάνια στις ζωές των ανθρώπων δεν θα τολμήσει να τον  διαβεί με όποιο κόστος και να σωθεί. Όχι μόνο γιατί πιστεύει πως δεν το αξίζει αλλά γιατί ο άλογος και νοσηρός φόβος που  του έχει καλλιεργήσει η οικογένειά του θα τον κατατρέχει σαν δαμόκλειος σπάθη  έτοιμη να καρατομήσει τη ζωή του σε κάθε βήμα. Αυτή η νοσηρή επιρροή των δικών του και κυρίως του πατέρα του έχει ως αποτέλεσμα να τον  μετατρέψει σ’ ένα   πειθήνιο όργανό που ακολουθεί αταβιστικά τις πεποιθήσεις του  ρουφώντας  κάθε δύναμη αυτοκίνησης, αυτάρκειας και προσωπικής βούλησης   Του κλείνει  κάθε διέξοδο,κάθε άνοιγμα προς την ζωή και την αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας. Οι δικοί του θα νικήσουν, τελικά κι αυτός θα περιπέσει σε μεγαλύτερη μιζέρια και απελπισία, προσπερνώντας την μοναδική ευκαιρία που του δόθηκε, ν’ αγγίξει την ευτυχία, τελματώνοντας στο πιο βαθύ έλος της  απόγνωσης που τελικά θα τον οδηγήσει   στον θάνατο που δεν διαφέρει και πολύ από τον θάνατο εν ζωή που βίωνε… 

«Ο ίδιος πάντα μένω. 

Τα χρόνια που περάσανε με αφήκαν, 

παράξενο παιδάκι γερασμένο.» 

Η Μαρία, εφ’ όσον ο λατρεμένος της παρανοϊκός ποιητής την αρνείται θ’ αναγκαστεί να φύγει από κοντά του με το σώμα, ποτέ όμως με την ψυχή που ο πόνος και η άρνηση εκείνου θα την ρημάξει.» Εκείνη που είναι λησμονιμένη, εκείνη που είρθε περαστικ΄κι’έφυγε αγνώριστη, κι’έφυγε ξένη, τόσο θλιμένη καρτερικά….» Αυτή η δυνατή και τόσο θαρραλέα γυναίκα που τόσα κατάφερε να επιβάλει και να προσπεράσει θα καταστραφεί τελικά από έναν απελπισμένο και ασυμβίβαστο έρωτα. Παραδίνει τα όπλα και αφήνεται σ’ έναν μαρασμό, σε μια αφυδάτωση ψυχική και σωματική που θα την οδηγήσει στον θάνατο.»Δυο χρόνια που οι καρδιές μας χωρισμένες, απόνα μυστικό ξεχωριστό, κρατούνε.Ν’άχης τα’αχα ξεχασμένες, της μέρες  της αγάπης μας πιστό» Καμιά παρηγοριά δεν βρίσκει πια πουθενά σε όσες διαφυγές κι αν καταφεύγει. Κάτι που κάνει κάθε ον από ανάγκη της αυτοσυντήρησης Θέλει κατά βάθος να πεθάνει. Και ο δικός της θάνατος είναι στην ουσία μια αυτοκτονία όπως και του αγαπημένου της. Πεθαίνει, σύντομα  μετά τον  αυτοπυροβολισμό του Καρυωτάκη, στο σανατόριο από φυματίωση που είχε προκαλέσει η ίδια μη αντέχοντας άλλο τον άνισο αγώνα της να τον πείσει να ζήσουν μαζί.  Το πιο κάτω τετράστιχο είναι σαν να ζητάει έλεος: Μια πιο όμορφη ζωή που’θα’ταν τόση, όση μονάχα φτάνει για να ζήσω, το αγαπητό σου χέρι να μου δώσει, ότι έχασα και το γυρεύω πίσω.» 

Είναι μόνον 28 χρονών, στην άνθηση της ζωής της που δεν πρόλαβε να χαρεί. Τα χρόνια όμως που έζησε ήταν μεστά και γεμάτα που οι συνομήλικες της όσο κι αν ζήσουν χρονικά δεν πρόκειται ούτε καν να υποπτευθούν την συμπυκνωμένη πληρότητα της δικής σύντομης ζωής.

«Με γνώρισες να γέρνω στην αγάπη σου, 

σαν πεταλούδα στο άλικο λουλούδι

και να σκορπίζω, 

όσο η καρδιά μου εδινότανε,

μεθυστικό το ερωτικό τραγούδι» 

 «Νέε, με την άχρωμη ματιά, 

με το σφιγμένο στόμα, 

η θλίψη σου έκαμε ν’ ανθίσει 

η σκοτεινή καρδιά μου. 

Μα δεν θάρρεψα ποτέ 

κι ούτε και τώρα ακόμα 

και τράβηξα στο γνώριμο 

στρατί προς τη νυχτιά μου.»

 

 Αλλού πάλι λέει:

«Το λίγο που σου απόμεινε, 

την υστερνή ζωή σου, 

σε αγάπη την μετέβαλες 

και μου την είχες δώσει, 

Εγώ κι αν όλη τη ζωή μου 

ονόμασα δική σου, 

τι σου ’χα δώσει να χαρείς 

από μια αγάπη τόση;»

Αυτή η νέα πανέμορφη κοπέλα που θα συρρικνωθεί και θα γίνει ολοκαύτωμα για την ανεκπλήρωτη αγάπη της είναι η πεμπτουσία του σπάνιου οραματισμού των πιο ευγενικών γυναικείων αισθημάτων. Το τελευταίο ποίημα που θα γράψει σβήνοντας στην Σωτηρία  δείχνει το μέγεθος του σπαραγμού της νέας ψυχής της που σβήνει στο σακατεμένο της σώμα:

«Ω χαμηλώστε αυτό το φώς. 

Στη νύχτα τι ωφελάει; 

Πέρασ’ η μέρα, φτάνει πια. 

Ποιος ξέρει ο ύπνος μου ο κρυφός 

αν κάπου εδώ φυλάει. 

Κι αν του ανακόβεται η στιγμή 

να ‘ρθη που τον προσμένω. 

Έχω στο στόμα την ψυχή, 

μου παρατήσαν οι λυγμοί, 

το στήθος κουρασμένο. 

Πάρτε το φως, 

είναι καιρός 

να μείνω πια μονάχη. 

Φτάνει η απάτη μιας ζωής, 

Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός 

για την στερνή μου μάχη.» 

Άξιζε να δώσει η Μαρία τη ζωή της, να θυσιάσει την ομορφιά, τα νιάτα και την μοναδικότητα της για  μια ανεκπλήρωτη αγάπη; Εσείς θα κρίνετε. Οι ζωές των ανθρώπων φεύγουν κι ανακυκλώνονται, οι σπάνιες όμως ζωές λάμπουν στο φτωχό ανθρώπινο στερέωμά μας για πάντα! 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.