Η γλώσσα μας «φύτρωσε» στην Ανατολία;

Facebook
Twitter
LinkedIn

της Λαλίνας Φαφούτη

Αν και τα αγγλικά, τα ισπανικά, τα ρωσικά ή ακόμη περισσότερο τα χίντι ηχούν εντελώς ξένα στα αυτιά μας, όλα τους είναι μακρινοί συγγενείς των ελληνικών αφού ανήκουν στην ίδια γλωσσική οικογένεια – την ινδοευρωπαϊκή.

Το γλωσσικό αυτό «σόι» είναι μεγάλο καθώς τα εν ζωή μέλη του ανάγονται σε εκταοντάδες και έχουν εξαπλωθεί σε σημαντικό τμήμα του πλανήτη. Η ταυτότητα του κοινού προγόνου τους ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί: δυο περιοχές – και δυο αντίπαλες θεωρίες – ερίζουν για τον τίτλο της πατρότητας:  οι στέππες της Κασπίας Θάλασσας και τα χωράφια της Ανατολίας. Καμία όμως από τις δυο δεν τον έχει κατοχυρώσει επισήμως.

Μια ομάδα ερευνητών αποφάσισε να διερευνήσει το ζήτημα με μια εντελώς νέα προσέγγιση, χρησιμοποιώντας όχι γλωσσολογικά εργαλεία αλλά τις τεχνικές που εφαρμόζονται στη Βιολογία για την κατάρτιση των γενεαλογικών δέντρων και την παρακολούθηση της εξάπλωσης των επιδημιών. Τα αποτελέσματά της, που δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση «Science», «δείχνουν» ξεκάθαρα προς την Ανατολία αναζωπυρώνοντας τη διαμάχη μεταξύ των αντιπάλων στρατοπέδων.

Αναγωγή γλωσσικών και γεωγραφικών δεδομένων στον χρόνο

Εφαρμόζοντας τις μεθόδους της επιστήμης τους, και συγκεκριμένα μια «φυλογενετική» προσέγγιση που εφαρμόζεται για τη μελέτη της μετάδοσης των ιών, βιολόγοι του Πανεπιστημίου του Ωκλαντ της Νέας Ζηλανδίας με επικεφαλής τον Κουέντιν Ατκινσον συνέλεξαν δεδομένα σχετικά με το λεξιλόγιο 103 ζωντανών και νεκρών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και το γεωγραφικό τους εύρος και τα ανήγαγαν με υπολογιστικές τεχνικές πίσω στον χρόνο ώστε να εντοπίσουν την κοινή τους ρίζα.

Οι ειδικοί βασίστηκαν κυρίως σε λέξεις οι οποίες είναι γνωστό ότι ανθίστανται στις γλωσσολογικές μεταβολές – όπως π.χ. αυτές που υποδηλώνουν τα μέλη του σώματος ή της οικογένειας. Αρχικά συνέκριναν τις λέξεις αυτές με τις αντίστοιχες λέξεις στην προγονική πρωτο-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, προκειμένου να εντοπίσουν τις ομόρριζες. Ομόρριζες θεωρούνται οι λέξεις που κατάγονται απευθείας από την αντίστοιχη προγονική λέξη – π.χ. οι λέξεις «μητέρα» στα ελληνικά , «mother» στα αγγλικά, «mutter» στα γερμανικά, «mat» στα ρωσικά, «madar» στα περσικά, «matka» στα πολωνικά και «mater» στα λατινικά κατάγονται όλες από την πρωτο-ινδοευρωπαϊκή λέξη «mehter».

Οι ομόρριζες λέξεις της κάθε γλώσσας «βαθμολογήθηκαν» με το ψηφίο 1 ενώ εκείνες που είχαν αλλάξει χαρακτηρίστηκαν με το ψηφίο 0, μετατρέποντας τα επιλεγμένα λεξιλόγια των 103 γλωσσών σε σειρές από δυαδικά ψηφία που μπορούσε να επεξεργαστεί ο υπολογιστής. Οι «σειρές» αυτές συνδυάστηκαν με τις χρονολογίες στις οποίες θεωρείται ότι οι διάφορες γλώσσες αποχωρίστηκαν μεταξύ τους καθώς και με πληροφορίες σχετικά με το γεωγραφικό εύρος της καθεμιάς, προκειμένου να εντοπιστούν τα πιθανότερα μονοπάτια διάδοσής τους.

Η λέξη «μητέρα» σε διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες Πηγή R. Bouckaert, P. Lenney, M. Dunn, S. J. Greenhill, A. V. Alekeyenko, A. J. Frummond, R. D. Gray, M. A. Suchard, QD Atkinson

Γλωσσικοί πρόγονοι οι αγρότες της Ανατολίας

Ολα τα αποτελέσματα που εξήγαγαν οι ερευνητές συνέκλιναν στο ότι η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα γεννήθηκε πριν από 8.000 με 9.000 χρόνια στην Ανατολία, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία που είχε προτείνει το 1987 ο αρχαιολόγος Κόλιν Ρένφρου, υποστηρίζοντας ότι οι γλωσσικοί μας πρόγονοι  ήταν ειρηνικοί αγρότες της Ανατολίας των οποίων η γλώσσα διαδόθηκε με την εξάπλωση της γεωργίας.

Η αντίπαλη θεωρία, η οποία προτάθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950,  είναι γνωστή ως «υπόθεση του Κουργκάν» και θέλει την ινδο-ευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια να κατάγεται από πολεμοχαρείς βοσκούς οι οποίοι διέδωσαν τη γλώσσα τους όταν κατέβηκαν με τα άρματά τους πριν από 4.000 με 5.000 χρόνια από τις στέππες του Πόντου και της Κασπίας Θάλασσας για να κατακτήσουν την Ασία και την Ευρώπη.

Αν και προγενέστερη της «υπόθεσης της Ανατολίας», η «υπόθεση του Κουργκάν» εξακολουθεί να έχει ένθερμους υποστηρικτές οι οποίοι – προς το παρόν τουλάχιστον – δεν φαίνονται να πείθονται από τα ευρήματα της νέας μελέτης. Αυτό που της καταμαρτυρούν κυρίως είναι η έλλειψη «γλωσσολογικού» ερευνητικού υποβάθρου.

Ο κ. Ατκινσον ωστόσο, παρ’ ότι δεν είναι γλωσσολόγος αλλά εξελικτικός βιολόγος, επιμένει στην αξιοπιστία της μεθόδου του και προβλέπει ότι σύντομα οι αρετές των αναλυτικών προσεγγίσεων των «βιο-ιατρικών» μελετών θα αναγνωριστούν και σε άλλους τομείς της επιστήμης.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.