Πέθανε ο Κουβανός ποιητής Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Ο ποιητής και δοκιμιογράφος Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ, σπουδαία μορφή των γραμμάτων στην Κούβα, πέθανε το Σάββατο 20/7/2019 σε ηλικία 89 ετών, ανακοίνωσε σήμερα το Casa de las Americas, ένας πολιτιστικός οργανισμός που έχει την έδρα του στην Αβάνα, του οποίου προήδρευε από το 1986, αφού κατά το παρελθόν είχε διατελέσει διευθυντής του.

Διανοούμενος, υποστηρικτής της κουβανικής επανάστασης του 1959 και συνεργάτης του Φιντέλ Κάστρο, ο Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ κατείχε διάφορα πολιτικά αξιώματα, μεταξύ των οποίων αυτό του μέλους του Κρατικού Συμβουλίου (κυβέρνηση) αρμόδιου για τον πολιτισμό. “Αγαπητέ Ρομπέρτο, ευχαριστώ που μας άφησες το έργο σου, την πνευματική σου διαύγεια του και τη δέσμευσή σου”, έγραψε ο πρόεδρος της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κάνελ στο Twitter.

Από το βιβλίο Roberto Fernández Retamar, Πέντε Ελληνικά και άλλα ποιήματα εκδ. Εκάτη, 2009 (μτφ: Ρήγας Καππάτος) παρουσιάζουμε τρία ποιήματά του:

Επανόρθωση στον Φεδερίκο

Σ’ ένα ποίημα, (εξ’ άλλου πολύ κακό) μόλις διάβασα, και μου έκανε εντύπωση,

Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, που τόσα έχουν να πουν γι αυτή όσοι σε γνώρισαν’

Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, και πως εκείνοι οι νέοι γερόντοι,

Εκείνοι που έχουν περάσει τα εξήντα κι αρχίζουν τώρα να εκλείπουν μαζικά,

Και που ήταν οι έκθαμβοι σου συνομήλικοι,

Παίρνουν πεθαίνοντας μαζί τους, εξαφανίζοντας από τη Γη την τελευταία θύμηση της φωνής σου.

Μέσα σε λίγον καιρό (ας πούμε άλλα τριάντα χρόνια),

Δεν θα μείνει κανείς πάνω στη Γη

Που να θυμάται πώς μιλούσες,

Τραγουδούσες,

Γελούσες,

Και πιθανώς έκλαιγες.

Η φωνή σου θα έχει λησμονηθεί για πάντα.


Έτσι και όλος εσύ θα έχεις λησμονηθεί

Σε τριακόσια,

Τρεις χιλιάδες

Ή τριάντα χιλιάδες χρόνια.

Μπορεί να έχει λησμονηθεί κι η ίδια η ιδέα της ποίησης,

Αυτή που εσύ ήσουν ο αφέντης της,

Που από το ένα μέρος φρόντιζες τις λέξεις

Κι από το άλλο την ψυχή.

Πρέπει, λοιπόν, να βιαστούμε

Να επανορθώσουμε αυτό που σου έγινε,

Όσο είναι ακόμα νωπός ο θάνατος σου.


Γιατί μετά από μια νεανική διαφώτιση,

Που σε περνούσαμε από χέρι σε χέρι, καμωμένο μόνο άνθρωπο, όπως ο Σωκράτης ή ο Λεονάρδο

(Οι άλλοι ήταν οι Ματσάδο, Ουναμούνο, Μαρτί, Νερούδα, Αλμπέρτι.

Μόνο ο Χουάν Ραμόν κι εσύ

Ήταν ο Χουάν Ραμόν κι ο Φεδερίκο)•

Μετά από τότε,

Έφτασαν οι άλλοι

Κι ήρθαν οι μέρες που σε αρνήθηκαν.

Τι αδικία, Φεδερίκο,

Τι αδικία -μπορεί αναγκαία: οι ζωντανοί να τρέφονται από τους πεθαμένους,

Αλλά χωρίς να το δηλώνουν.


Τώρα χρειάζεται να σου αποδώσουνε τιμές

Όχι μονάχα οι διαλέλτες

Κι αυτοί που γράφουν βιογραφίες και μελέτες,

Αλλά οι υπέροχοι νέγροι που αγάπησες και που αψηφούνε τους λευκούς και τα σκυλιά,

Οι δέκα χιλιάδες πόρνες που απειλούν να παρελάσουν στο Σαντιάγο της Χιλής,

Τα φτωχά διφορούμενα αγόρια, οι πενταποδαρούσες σαλαμάνδρες, ριγμένα έξω από τον κόσμο,

Οι πλεονάζοντες, οι εμβρόντητοι.

Και οι ποιητές.


Τώρα που θα έχουμε την ηλικία

Που είναι για πάντα η δική σου,

Αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης

Τόσο μοιραίας, τόσο απαραίτητης, όσο και η άλλη αδικία,

Να πούμε πως είχαμε δίκιο τότε, που μόλις βγαίναμε από την παιδική ηλικία,

Όταν το Φεδερίκο ήταν ένα ηλεκτρισμένο όνομα,

Μια φλόγα που αναβοσβήνει στο σκοτάδι,

Ένας θησαυρός, ένας αλησμόνητος φίλος που τον άρπαξε η νύχτα που μ’ αυτή άρχισε ο χειμώνας.

Γνώριζες περισσότερα, ήσουν καλύτερος. Και η ειλικρίνεια ή η αθωότητα

Η απληστία ή η εγκατάλειψη

Σε ανακάλυπταν για να μεγαλώσουν.


Σπάνιε, εκθαμβωτικέ πρωτότοκε αδελφέ,

Πριν εξαφανιστείς για πάντα,

Με τους αστράγαλους σπασμένους, περίπλοκα μουσικά όργανα περασμένα στο λαιμό σου,

Τα μάτια ερημωμένα από το κλάμα,

Το στήθος και το κεφάλι διάτρητα•

Πριν εξαφανιστούμε για πάντα,

Θα σε αγκαλιάσω, μάλλον συγκινημένος,

Σ’ αυτό τον άνεμο που μας έμαθες να ονομάζουμε

Με λέξεις που έβγαζες απ’ το τσεπάκι,

Παρ’ όλο που τότε ήσουνα κιόλας πεθαμένος, πεθαμένος,

Και δεν ήσουν άλλο από σελίδες, κι είχαν κιόλας αρχίσει να χάνονται

Οι λέξεις από σάρκα και οστά που έκαναν να ανατριχιάσει ο κόσμος

Ίσαμε τον Αύγουστο του 1936, πριν τριάντα χρόνια,

Όπου τα θηρία που πάντα καραδοκούν σε τουφέκισαν γιατί ναι,

Γιατί όλα,

Γιατί έτσι τελειώνουν οι ποιητές.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.