Black lives matter: «Άσπρισε» με… πούδρα ρυζιού το φυλετικό ποδοσφαιρικό μανιφέστο…

Arthur
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

του Άλκη Φιτσόπουλου

Στις μέρες μας, το ποδόσφαιρο με κεντρικό σύνθημα «black lives matter – Οι ζωές των μαύρων αξίζουν» απανταχού της Οικουμένης, κλίνει το γόνυ στον μαύρο Αμερικανό Τζορτζ Φλόιντ, τον οποίο «έσφαξε στο γόνατο» ένας άσπρος αστυνομικός στη Μινεάπολη της Μινεσότα. Πριν από την έναρξη των αγώνων, οι ποδοσφαιριστές περιμετρικά της σέντρας των γηπέδων γονατίζουν με το ένα γόνατο, όπως έκανε ο άσπρος αστυνομικός, για να θυμίζουν στον κόσμο τα αυτονόητα. Ότι το χρώμα των ανθρώπων είναι μόνο ένα… χρώμα και τίποτα περισσότερο.
Το ίδιο το ποδόσφαιρο είναι κι αυτό θύμα του ρατσισμού από την πνευματικά κακοχτισμένη αντίληψη των άσπρων. Χρόνια ολόκληρα οι κερκίδες πετούσαν μπανάνες στους μαύρους ποδοσφαιριστές. Πρόσφατα, ο Ιταλός Μάριο Μπαλοτέλι της ιταλικής Μπρέσια, έφυγε από το παιχνίδι, όταν άκουσε «ήχους μαϊμούδων» στην κερκίδα.

Το «aVecnews» κάνει μια καταβύθιση στις αρχές του περασμένου αιώνα και κάνει «στάση – ρατσισμού» στη Βραζιλία, για να διηγηθεί την ιστορία ενός καταφρονεμένου μαύρου, του Άρθρουρ Φρίντενραϊχ, που ακόμα ψάχνει τη δικαίωση των γηπέδων. Υπήρξε ο πρώτος μάρτυρας του ρατσισμού στο ποδόσφαιρο. Βραζιλιάνος είπαμε; Μα, με όνομα Άρθουρ και επίθετο Φρίντενραϊχ και… Βραζιλιάνος; Δεν… «παίζει».

3614083 640pxΠράγματι. Ο Φρίντενραϊχ ήταν Γερμανός από πατέρα και μιγάδα μάνα. Έγινε κι αυτός μιγάς και, μάλιστα, με γαλανά μάτια! Καταγάλανα. Είναι από αυτές τις γενετικές ανισορροπίες που στέλνει ο Θεός στη γη, με αποστολή, αποκλειστικά να καταστούν μάρτυρες. Στην προκειμένη περίπτωση και μάρτυρας του ρατσισμού, αλλά και του ποδοσφαίρου! Γιατί (και) του ποδοσφαίρου; Διότι αυτό το ατίθασο γενετικό κύτταρο του Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή, που παίζει για διασκέδαση και θέλει να κερδίσει μόνο παίζοντας, ντριμπλάροντας και κοροϊδεύοντας τον αντίπαλο, έχει μήτρα, τον Φρίντενραϊχ! Θέλετε πιστέψτε το, θέλετε όχι, αλλά ο Βραζιλιάνος Αρθρουρ έβαλε περισσότερα γκολ κι από τον Πελέ τον ίδιο! Στα 1. 329 σταμάτησε ο Φρίντενραϊχ, τα 1.279 έπιασε ο «βασιλεύς». Τότε, όμως, που έπαιζε ο Φρίντενραϊχ, ούτε τηλεόραση υπήρχε, ούτε… Ιντερνετ κι ο κόσμος δεν έμαθε ποτέ τον άνθρωπο που ξεμέσιασε όλους τους αμυντικούς που πήγαιναν να τα βάλουν μαζί του.

Ο Φρίντενραϊχ είναι μια ιστορία βγαλμένη από τον παλιό, καλό ελληνικό κινηματογράφο! Ένας Γερμανός μπίζνεσμαν, ο Όσκαρ Φρίντενραϊχ έφτασε στο Σαν Πάολο της Βραζιλίας και έφτιαξε «Γενική Εταιρία Εξαγωγών». Ως πλούσιος που ήταν προσέλαβε για πλύστρα μία Αφροβραζιλιάνα, το όνομα της οποίας δεν συγκράτησε η ιστορία. Η, μπορεί να το έχασε στην πορεία, όπως έκανε με εκατομμύρια σκλάβους και σκλάβες που κατέφταναν από την Αφρική. Ο Όσκαρ την ερωτεύτηκε και στα 1892 έφεραν στον κόσμο τον Άρθουρ. Ο μπαμπάς έφτιαξε και μία ποδοσφαιρική ομάδα για να παίζει το πλουσιόπαιδό του, την Γερμανία. Τον επόμενο χρόνο τον έβαλε στην Ιπαράντζα και τελικά στην Σαν Πάολο.

Ο νεαρός Άρθουρ φαινόταν από μικρός ότι θα γίνει βασιλιάς. Εκείνη την εποχή, οι Άγγλοι καραβοκύρηδες είχαν επιβάλει παντού στον κόσμο, όπου είχαν διαδώσει το στρογγυλό μήνυμα της μπάλας, το δικό τους στυλ παιχνιδιού. Μακρινές μπαλιές, fighting football, ένα πράγμα με πολεμικές τέχνες και μια μπάλα στη μέση. Ο Φρίντενραϊχ είναι αυτός που άλλαξε τα δεδομένα. Αντί να στέλνει ένα σουτ κι όπου πήγαινε, κοντρολάριζε την μπάλα, την κούρνιαζε στο κουντεπιέ του, την αγαπούσε, της μιλούσε πολλές φορές και το κυριότερο; Δεν την έδινε ποτέ! Τους πέρναγε όλους σαν σταματημένους και τους άφηνε συντρίμμια. Σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό! «Σήμερα εμείς δεν πίνουμε νερό, πάμε να πιούμε τον Φρίντενραϊχ», τραγουδούσαν εκστασιασμένοι οι οπαδοί της Σαν Πάολο. «Να παίξει στην Εθνική, να παίξει στην Εθνική» ξεσηκώθηκε ο λαός όταν πληροφορήθηκε για τα κατορθώματά του. Πράγματι το 1919, ο Φρίντενραϊχ χάρισε το Κόπα Αμέρικα στη Βραζιλία, 1-0 την Ουρουγουάη. Οι τιφοζερίες κατέβηκαν στο δρόμο με πανό, το μοναδικό στον κόσμο αντιρατσιστικό πανό, που το κρατούσε ο λαός κι όχι οι υποχρεωμένοι ποδοσφαιριστές. «O Gloriozo pe de Friedenrich». Που θα πει «το δοξασμένο παπούτσι του Φρίντενραϊχ». Ήταν το παπούτσι του γκολ, κρεμασμένο δίπλα στο πανό.
Όμως, ήταν πάντα αλήθεια τα… ψέματα που έλεγαν ότι δεν υπήρχε ή δεν υπάρχει φυλετικός διαχωρισμός. Στα 1921 ο πρόεδρος της Βραζιλίας Επιτάσιο Πεσόα έβγαλε φιρμάνι λευκότητας στην Εθνική Βραζιλίας! Είχε αργήσει κιόλας, γιατί οι Χιλιάνοι το επέβαλαν στα 1915, όταν έχασαν 4-0 από την Ουρουγουάη, και ζήτησαν να κατακυρωθεί υπέρ του το ματς, γιατί η «Τσελέστε» είχε δυο μιγάδες μέσα. Τους παικταράδες Ισαμπελίνο Γκραντίν και Χουάν Ντελγκάδο.

Ο Φρίντενραϊχ, αλλά και ο ένας άλλος μιγάς, ο Κάρλος Αλμπέρτο, δεν θα ξαναπαίξουν στην Εθνική Βραζιλίας, «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Η Βραζιλία έπαιξε στο Κόπα Αμέρικα, έκανε ήττες, γύρισε σπίτι ντροπιασμένη. Ο Φρίντενραϊχ ήθελε όσο τίποτα να πάρει ρεβάνς για εκείνο το εξευτελιστικό 6-0 που έχασε η Σελεσάο από την Αργεντινή, που ακόμα παραμένει η πιο βαριά ήττας της.

Livro arthur friedenreich memoria paulistanaΠώς, όμως, θα συνέχιζε την καριέρα του ο Φρίντενραϊχ, όταν ακόμα και στην Σαν Πάολο δεν τον ήθελαν, για να μην κοντράρουν τον Πεσόα τον «πολυχρονεμένο»; Ο Φρίντενραϊχ έβαλε αυτή τη φορά να δουλέψει το μυαλό του προκειμένου να εξακολουθήσει να παίζει. Μέχρι τότε, το μυαλό του δεν δούλευε καθόλου. Καθόλου, μα, καθόλου. Το είχε βάλει όλο στα παπούτσια του, μέσα από τις κάλτσες. Το παίδεψε, μία, δυο, του βγήκε. Πώς; Ρύζι. Το ρύζι που γίνεται ωραία πούδρα. Το έτριβε πριν από το παιχνίδι, το έκανε άχνη και πουδραριζότανε! Γινόταν κάτασπρος κι έμπαινε μέσα στον αγωνιστικό χώρο κατάλευκος! Έμπαινε μέσα, έπαιζε κανονικά σχεδόν στα κλεφτά από το διαιτητή. Αν αυτό δεν είναι σουρεαλισμός στο ποδόσφαιρο, τότε τι είναι; Άλλωστε, είμαστε στην καρδιά του σουρεαλιστικού κινήματος. Μεσοπόλεμος.

Το πρόβλημα, ωστόσο, του Φρίντενραϊχ γινόταν ανυπέρβλητο όταν ίδρωνε και ο ιδρώτας σκορπούσε την πούδρα από το πρόσωπό του. Έμπαινε στα αποδυτήρια (τότε ήταν ελεύθερο το μέσα – έξω από την 11αδα), στέγνωνε, έβαζε κι άλλη πούδρα και πάλι έξω για να μαγέψει τα πλήθη. Κι άντε πάλι από την αρχή, έναν ολόκληρο χρόνο βάστηξε το κρυφτούλι από τους αντιπάλους, τους φιλάθλους, τους αστυνομικούς κι από τον εαυτό του…
Ο Άρθουρ Φρίντενραϊχ πέθανε το 1969 σαν κανονικός μιγάς. Ακόμα και σήμερα στη Βραζιλία, άνθρωποι του πνεύματος παραδέχονται πως αν ο Φρίντενραϊχ δεν ήταν κλάση εφάμιλλη του «βασιλιά» Πελέ, θα είχε αργήσει πολύ να έρθει η εξίσωση των χρωμάτων στο ποδόσφαιρο. Κι ίσως δεν μαθαίναμε ποτέ τον ίδιο τον Πελέ, τον Γκαρίντσα, τον Ντιντί, τον Ζιζίνιο, τον Ροναλντίνιο, το Ριβάλντο, τον Τζιοβάνι, τον Ρονάλντο…

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.