Ο φόρος της ασφάλτου ιδωμένος από πολύ χαμηλά

messaris
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Του Διονύση Μεσσάρη

 Τυχαίνει μοίρα σκληρή να με στέλνει σε μακρινές διαδρομές περπατώντας. Ατελείωτα άδεια χιλιόμετρα, το’να μετά τ’άλλο. Η μοίρα έχει και όνομα την λένε Λωξάντρα. Η πλάκα είναι ότι η νταλίκα που μόλις με προσπέρασε είχε στο πίσω μέρος μία φιγούρα καρτούν. Εκείνη την ασπρόμαυρη κουκλίτσα με τα μαλλάκια αφέλειες στο μέτωπο. Εκείνη την γλυκιά μορφή των παιδικών μας κινουμένων σχεδίων. Πως την λέγανε Betty Boop? Α ναι! Είχε και όνομα από κάτω κάτι σε «–άνδρα». Δεν πρόλαβα να δω καλά. Ας μην ξεχνάμε ότι «με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά τριγυρνάνε οι νταλίκες στην Αθήνα στα λιμάνια στους σταθμούς στην αγορά…». Δύο η ώρα τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Πρέπει να προσέχω, όπως έλεγε ένας καθηγητής μου επειδή «…όγκοι αέρος εξωθούνται βιαίως πλευρικά διαταράσσοντες το πεδίο ροής του οχήματος και…» τέλος πάντων με απλά λόγια το ρεύμα από τη νταλίκα μπορεί να σε πάρει και να σε σηκώσει.

Ανατρίχιασα. Με φαντάζεσαι να έχω γίνει πίτα; ένα με την άσφαλτο; Θα τα‘ βλεπα όλα από κάτω. Από πολύ χαμηλά. Θαυμαστό το ένστικτο της αυτοσυντήρηση. Τραβήχτηκα πιο μέσα στο πεζοδρόμιο. Τελικά από αλλού το περιμένεις και από αλλού σου έρχεται. Ένας φρικτός θόρυβος από λάστιχα που τρίζουν τρεις πολύ δυνατοί θόρυβοι. Δηλαδή έχω την αίσθηση πως ήταν τρεις. Αφού στον τρίτο με προσπέρασαν ένας τροχός από επιβατικό όχημα και δύο καπάκια από ζάντες.. Έκπληκτος παρακολουθούσα τον αγώνα δρόμου τους. Με προσπέρασαν στρίβοντας προς τα δεξιά και εμπρός μου. Τον αγώνα κέρδισε το λάστιχο αφού πήδηξε και τον μαντρότοιχο και προσγειώθηκε ανάμεσα στις αγουροξυπνημένες τριανταφυλλιές. Έμεινα μαγεμένος να παρακολουθώ τον χορό της περιστροφής και παλινδρόμησης των καπακιών μέχρι να ηρεμήσουν, κάνοντας έναν απίστευτα εκκωφαντικό μεταλλικό ήχο. 

Πόθεν αφίχθησαν? Α δεν πάω καλά, τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Στην άλλη άκρη του δρόμου από το αριστερό μου πλευρό. Δύο επιβατηγά φριχτά παραμορφωμένα. Το ένα καρφωμένο στα δέντρα της αριστερής δενδροστοιχίας του ρεύματος καθόδου, κάπως απόμακρο και μοναχικό. Το άλλο σαν παρατημένο στη μέση του δρόμου. Δεν φαινόταν ποιο ήταν το μπροστινό και ποιο το πίσω μέρος. Η μία θέση του τροχού άδεια. Θυμήθηκα τον Περσέα με τις τρεις Γραίες. Το άτυχο όχημα έμοιαζε με αυτήν που έτυχε να έχει το δόντι αλλά όχι το μάτι. Παράξενα τα ηλεκτρικά δυναμικά του εγκεφάλου. Αργούν να καταλάβουν την πραγματικότητα. Σιγά – σιγά η έκπληξη και η μαλθακότητα παραχώρησαν την θέση τους σε πιο εναργή και αλτρουιστικά αισθήματα. 

Ήμουν από αυτούς που τρέξαμε στο όχημα στην μέση του δρόμου. Πλησίασα. Τα παράθυρα άφαντα σκορπισμένα σε χιλιάδες μπαλίτσες στην άσφαλτο. Ένα ακαθόριστος όγκος σώματος ανακατεμένος με τα πετάλια και το τιμόνι. Ένα σώμα μία ψυχή. Είμαι και έχω δουλέψει σαν νοσηλευτής. Θαρρούσα πως είχα την επαγγελματική πώρωση που χρειάζεται για να κάνει κανείς την δουλειά του αποτελεσματικά. Λιποψύχησα. Ήταν αδύνατο χωρίς μηχανολογική εξειδικευμένη βοήθεια να γίνει απεγκλωβισμός. Φωνές και ένα πλήθος απελπισμένοι τράβαγαν τις πόρτες του κάκου. Αποστασιοποιημένος γύρναγα γύρω – γύρω από το όχημα να βρω λύση. Απελπισμένος την κοίταγα. Ήταν απίθανα όμορφη. Πολύ νέα κοπελίτσα. Τα μάτια της μεγάλα, με παρακολουθούσε με αγωνία στην αέναη περιφορά μου γύρω της? Τα μαλλιά της ίσια βαμμένα κόκκινα ή βουτηγμένα στο αίμα. Ένας ασθενής βόγγος μια βραχνή αναπνοή. Μαύρο χρώμα και αφροί στο αίμα. Διάτρηση πνεύμονος η γνωμάτευση. Εσωτερική αιμορραγία και ρήξη οργάνων. Ένας κόμπος – λυγμός μου ανέβηκε στα χείλη. «Λυπάμαι κουκλίτσα μου γλυκιά δεν γίνεται τίποτα. Ακόμη και αν λήξει η περιπέτεια δεν προμηνύεται τίποτε καλό για σένα». Είναι φοβερό είμαι σίγουρος ότι τα σκέφτηκα αυτά τα λόγια και δεν μίλησα μεγαλόφωνα, εξάλλου θα με ακούγανε και οι άλλοι. Όμως διάβασε τα μάτια μου, που να τα είχα βγάλει. Μια ανείπωτη απελπισία πλημμύρησε τα μάτια της. Φαινόταν σαν να μην πονούσε πια. 

Ένα σπρώξιμο στο στήθος με απομάκρυνε «εκκενώστε το χώρο να κάνει το συνεργείο τη δουλειά του». Ήρθε η εξουσία. Τα χαιρετίσματα μου. Απομακρύνθηκα προς το άλλο όχημα. Να συναντήσω τους άλλους αυτοχρισμένους διασώστες. «Τι γίνεται ρε παιδιά»; «Τα ‘χαν τσούξει τέτοια ώρα, τι περιμένεις». Τα’χαν τσούξει το έχω ξανακούσει αυτό μα που; Έκατσα στην άκρη να μην ενοχλώ και σκεφτόμουν εντατικά. Παρακολουθούσα τις απελπισμένες προσπάθειες απεγκλωβισμού. Κρατάει πολύ βρε παιδιά; Η κουκλίτσα δεν θα τα καταφέρει. Κάντε κάτι καλοί μου άνθρωποι που έλεγε και ο Θανάσης. 

Θυμήθηκα! Πριν χρόνια έφτασαν στα χέρια μου κείμενα από την κίνηση των MADD (Mothers Against Drunk Drivers – Μητέρες κατά των μεθυσμένων οδηγών). Αυτό που μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν μία φωτογραφία μίας φρικτά παραμορφωμένης κοπέλας. Στο κάτω μέρος ήταν ένα ποίημα. Μόλις το διάβασα δεν ξανά πια πάνω από το όριο ποτέ από τότε. Αχ! Θα πρέπει να κάνω και εγώ ο άτεχνος επίκληση στη μούσα σαν τον Όμηρο και τον Σολωμό. Αλλιώς πως θα καταφέρω να μεταπλάσω ένα πολύ δυνατό κείμενο, αλλά από μία φτωχή σε εκφραστικά μέσα αγγλική γλώσσα, σε μίας τόσο μεγάλης τεχνοπλαστικής και με δυνατά εκφραστικά μέσα, Ελληνικής γλώσσας; Ας είναι θα το επιχειρήσω και τα όποια παράπονα στον Δήμαρχο. 

ΠΗΓΑ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΡΤΥ ΜΑΜΑ

 Πήγα στο πάρτυ που σού’ λεγα και θυμήθηκα τι μου είπες.

Μ’ ορμήνεψες να μην πιώ, μαμά, έτσι προτίμησα τις λεμονίτες

Αισθάνθηκα πολύ υπερήφανη με τον τρόπο που μου το ζητούσες,

που δεν ήπια γιατί θα οδηγούσα αν και κάποιοι είπαν «θα μπορούσες»

Έκανα μία υγιή επιλογή και οι συμβουλές σου ήταν σωστές.

Το πάρτυ τελικά τελείωσε και με οχήματα οι παρέες, χάθηκαν και αυτές

 Μπήκα στ’ αμάξι μου, σίγουρη ότι θα φθάσω σπίτι σε χρόνο ντετέ.

Δεν ήξερα καθόλου τι θα ‘ρχόταν, μαμά. Κάτι που δεν περίμενα ποτέ.

 Τώρα κείτομαι στην άσφαλτο, και ακούω έναν αστυνομικό να θρηνεί,

«το παιδί που το προκάλεσε ήταν πιωμένο», Μαμά, η φωνή του ακούγεται μακρινή.

 Το αίμα απλώνεται τριγύρω μου, Καθώς προσπαθώ σκληρά να μην σβήσω.

«Αυτό το κορίτσι πρόκειται να πεθάνει» τα λόγια του διασώστη μπορώ να ακούσω.

 Είμαι σίγουρη ότι το αγόρι δεν είχε ιδέα αφού ήταν στα πολύ «πάνω»,

Όμως επέλεξε να πιεί και να οδηγήσει, Και εγώ τώρα πρέπει να πεθάνω.

 Μα γιατί οι άνθρωποι το κάνουν αυτό, μαμά; αφού καταστρέφει ζωές, το γνωρίζουν.

Και τώρα ο πόνος με τρελαίνει, λες και εκατοντάδες μαχαίρια μου βυθίζουν

 Πες μαμά, στην αδελφή μου να μην φοβάται, στο μπαμπά γενναίος να’ναι για χάρη μου,

Και όταν θα πάω στον ουρανό, γράφτε το «κοριτσάκι του μπαμπά» στον τάφο μου.

 Κάποιος θα έπρεπε να τον είχε διδάξει, ότι είναι λάθος να οδηγείς έχοντας πιεί.

Ίσως αν οι γονείς του το είχαν κάνει, εγώ θα ήμουν ακόμα εν ζωή.

 Οι αναπνοές μου γίνονται ρηχές, μαμά είμαι πραγματικά τρομοκρατημένη.

Αυτές είναι οι τελευταίες μου στιγμές και δεν είμαι καθόλου προετοιμασμένη

 Θα θελα να μπορούσες να με κρατάς μαμά, καθώς κείτομαι εδώ και πεθαίνω.

Θα ήθελα να μπορούσα να σου πω «σε αγαπώ μαμά». Έτσι σ’ αγαπώ και φεύγω.

 

Καταραμένη πρεσβυωπία. Θολώνεις την όραση και δεν μπορώ να διακρίνω ούτε το ρολόι μου. Μου φαίνεται πως δείχνει «πέντε η ώρα που χαράζει» παραφράζοντας το γνωστό τραγούδι. Το σμάρι των πυροσβεστών, διασωστών, αστυνομικών και παρακολουθητών βουίζει. Η κουκλίτσα με κοιτά με τα γυάλινα μάτια της δύο πόντους από την άσφαλτο. Το κεφαλάκι της ελαφρά γυρισμένο προς την μεριά μου. Θα μπορούσε να το είχε ακουμπισμένο στον ώμο μου σαν να ήταν κορούλα μου. Μία αδιόρατη έκφραση καρτερίας; Απορίας; Απελπισίας; Είμαι σίγουρος ότι στον καθένα μας θα έδειχνε, ότι ο ίδιος; ήθελε να εκλάβει ως μήνυμα. Το σώμα της σκεπασμένο πρόχειρα φάνταζε απελπιστικά μικρό. Πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα είναι η αιτία. Λες και η ιατροδικαστική έπαιζε κάποιο ρόλο τώρα. Το σίγουρο είναι ότι σε κάποιους θα λείψει ή έλειπε αυτή τη στιγμή και το χειρότερο είναι ότι δεν θα ξεπεράσουν ποτέ το γεγονός ότι τώρα δα κοιμούνται τον ύπνο των μακάρων και το ανθρωπάκι τους έφυγε μόνο.  

Άστα δεν γίνεται τίποτε. Ας συνοψίσουμε λοιπόν. Κάθε χρόνο έχουμε καμιά πεντακοσαριά ατυχήματα στην Ελλάδα. Το 10% είναι θανατηφόρα. Άλλο τόσο ποσοστό περίπου είναι «να μην τους δεις πως είναι μετά». Το ένα τέταρτο αποδίδεται σε μέθη. Πρέπει κάποιος να με σταματήσει γιατί αν αρχίσω τα μαθηματικά δεν σταματάω με τίποτε. Συνιστώ αυτοσυγκράτηση. Ξαναρχίζω λοιπόν. Είμαι περίπου 100 κιλά και, να’ναι καλά η Λωξάντρα αδυνατίζω συνεχώς, και κάθομαι με τρεις φίλους μου, που είναι και αυτοί σαν και μένα (πυροβολημένοι), 4 ώρες συνέχεια σε ένα ταβερνάκι μακρινό, φτάνοντας να πιούμε 6 ποτήρια κρασί «επιτραπέζιο» ο καθένας, σχεδόν ένα μπουκάλι. Φεύγοντας, οδηγώ εγώ που οδηγούσα επαγγελματικά. Αν με πιάσουν, και μου πούνε «κάνε φου» έχω σίγουρη την κλίση. Αν έχω πιεί παραπάνω και δεν με πιάσουν τότε καλύτερα τραβήξτε τα παιδιά σας από τους δρόμους γιατί κυκλοφορώ εγώ.  

Είναι πρωί η κίνηση έχει αποκατασταθεί. Λύθηκε και το μυστήριο της Νταλίκας. Ξαναπέρασε πάλι αλλά προς την άλλη κατεύθυνση. Το όνομα της Betty Boop ήταν Κασσάνδρα. Έδινε χρησμούς, προφητείες και ορμήνειες αλλά καταραμένη που αρνήθηκε τον έρωτα του Απόλλωνα δεν την έπαιρνε κανείς στα σοβαρά. Κάπως έτσι αισθάνομαι και εγώ τώρα. Δυστυχώς ένας άγγελος χάθηκε αλλά εγώ έχω θέμα. Τραγικό;   

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.