ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΤΗΣ

alt
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Νίνας Ναχμία

Πιστοί κάθε χρόνο στο ραντεβού της ακτής, βιαζόμαστε να χωθούμε πρώιμα στο μπλε νεράκι κι ας βγούμε κρεμ καραμελέ που τη  βάρεσαν 7 Ρίχτερ απ’ το τρέμουλο. Που πας βρε παιδί μου να μπεις στον παγωμένο Ορενόκο χωρίς σκάφανδρο να πούμε; Αλλά, κρατιόμαστε εμείς; Τώρα εδώ που τα λέμε, αλλιώς τα είχαμε συνηθίσει. Ερχότανε Μάης, πλησίαζε το καλοκαίρι, βγάζαμε τα μαγιά. Τώρα, έρχεται Μάης κι έρχεται ο κακός ψόφος και ψάχνουμε για παλτά. Μια τσόντα έμεινε από καλοκαίρι κι αυτή κουτσουρεμένη. Σε λίγο δεν θα χουμε ούτε κι αυτή. Οι εξής τέσσαρες εποχές θα είναι μία, μία, μόνο μία και άλλη τέτοια καμία.

Σε κάτι άλλο ακόμα, που δεν κρατιόμαστε, είναι να δείξουμε τα κορμιά μας κι ας πετάνε οι λιπούρες μας αηδία που τις καμαρώνουμε κι από πάνω. «Αδυνάτισες βρε, μια χαρά έγινες!». Πέρσι ήταν ελέφαντας, φέτος συρρικνώθηκε σε ιπποπόταμο. Τόσους μαζεμένους ετοιμόγεννους άντρες καμιά ακτή στον κόσμο, δεν έχει φιλοξενήσει. Μα κανείς δεν τους μίλησε ακόμα για το εκατομμύριο… να τρέξουνε αμέσως να το πάρουν; Τόσες γυναίκες, – προτιμείστε μας, τα γάλατα, γαργάλα τα, είναι παστεριωμένα και περήφανα,- πουθενά αλλού. Απορώ γιατί έρχονται στην ακτή της Λούτσας και δεν πάνε σε κάποια Αφρικάνικη ακτή να ταΐσουνε και τ’ άμοιρα τα πεινασμένα βρέφη που αποθνήσκουν σαν τις μύγες. Σκέψεις κάνω. Αλλά, αστειεύεσαι; να χάσει η ακτή τους τόνους της; Τι θα την ομορφαίνει μετά, το πουρό με το Αλτσχαϊμερ;  «Πόσο χρονώ είσαι παπού;» «25!» «Δε ρώτησα για τη μεγάλη πίεση, για τη μικρή σε ρώτησα.» Ωραίο είναι το Αλτσχάϊμερ, αλλά το προτιμώ στο σπίτι του, όχι να το βλέπω να περιφέρεται με τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλωνίας, γιατί μου θυμίζει τι μπορεί να γίνω και στενοχωριέμαι.

Μ’ αρέσει πολύ επίσης που είμαστε διαχυτικός λαός και όταν καταφέρνουμε να συμπιέσουμε τις κοιλιές μας και να βρούμε τα μάγουλά μας, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά με τα μαγιά μας. Δε μ’ αρέσει όμως που περνάμε το χειμώνα μέσα στην ξενοιασιά της μάσας, γιατί αυγαταίνουμε τη μάζα και μετά περιφέρουμε την περιφέρεια σε πρωτεύουσα και περιφέρεια σαν το μεγάλο μας κατόρθωμα. Που, αν είχαμε λίγο μυαλό, ή έστω λίγκο γκούστο περφέτττο και φέτο, θα την πηγαίναμε σε κανένα ερημονήσι να την κολυμπήσουμε μόνη της. Αλλά τώρα κάτι λέω!… Μήπως εγώ πού την πάω τη δικιά μου! Κι εγώ περήφανα την ξαπλώνω κι ας την έχω κάνει θρόνο. Έτσι είναι. Ο καθένας, του άλλου την καμπούρα ψάχνει. Όμως φέτο, έτσι πού ‘γινα κουφέτο, δεν θέλω να με βλέπει κανείς, ούτε κι εγώ κανένα να βλέπω. Θέλω το μάτι μου να χάνεται μέσα στο βαθύ γαλάζιο κι όχι στα λίπη και στις πατσές. Τουλάχιστον για όσο τσόντα καλοκαιράκι μου απομένει, στην καημένη. Πολλά ζητάω; Όχι να μου πείτε. Πολλά ζητάω; Ένα Μπιλμπάο να χτυπήσω, ένα Ίλας Κανάριας, μια Γυάρο τέλος πάντων αν δεν μπορώ τα προηγούμενα, να μη βλέπω και να μη βλέπομαι, γιατί…δεν βλέπομαι.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.