Η Τυφλή Κραυγή

messaris
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Του Διονύση Μεσσάρη

Κοίταξα το καλάθι. «Συλλογικός κάλαθος αχρήστων» το περιγράφουν οι μηνιαίες φόρμες παραγγελίας υλικών γραφείου. Μεγαλόστομη φράση για κάτι τόσο ταπεινό, περιφρονημένο και συνάμα ενοχλητικό. Σκέφτηκα ότι σήμερα θα έχει γενέθλια ο κάλαθος μας. Κάποιος, «ένας κύριος», χαρτογιακάς όπως εγώ, αφιέρωσε δύο δευτερόλεπτα από το σπουδαίο του έργο (στην ουσία την μιζέρια του) για να σκεφτεί αυτόν, τον «κάλαθο». Τελικά, κατά έναν παράδοξο τρόπο, κάποτε η προσοχή μας εστιάζεται σε μέρη που δεν προσέχουμε ποτέ, κυρίως όταν το μυαλό μας εργάζεται με μεγάλη υπερένταση σε ένα σκληρό νοητικό πόνημα. Ας μην ξεχνάμε και τις μεγάλες ανακαλύψεις που έγιναν από μία τυχαία παρατήρηση: τα αυτοκόλλητα σημειώματα, η πενικιλίνη, το τεφλόν, το σελοφάν και δεν συμμαζεύεται.

Ξαφνικά παρατήρησα ένα φύλλο χαρτιού πυκνογραμμένο. Ξεχώριζε. Επέπλεε σε μία θάλασσα φρικτά παραμορφωμένων και ακρωτηριασμένων ξαδελφιών του. Φαινόταν να ήταν τοποθετημένο με αγάπη σε μία προσπάθεια για μία έντιμη ταφή μέσα σε αυτό απίθανο χαώδες χαρτομάνι. Μα ποιός θα φρόντιζε το αδέσποτο του με τόση αγάπη και συνάμα να ήταν τόσο σκληρόκαρδος ώστε να θέλει να το αποχωρισθεί; Ώπα! Πρέπει να αποφεύγω την έντονη πνευματική εργασία, ειδικά το βράδυ. Ο κάδος (συγγνώμη ο κάλαθος ήθελα να πω) μου χαμογέλασε; Έσκυψα με περιέργεια. Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Καταραμένη οφθαλμολογία. Είναι άδικο η Ιατρική δεν φροντίζει τα παιδιά της ισόμετρα, την ώρα που προωθεί την γονιδιακή θεραπεία με φοβερά εξελιγμένες μεθόδους, αφήνει την παραδοσιακή οφθαλμολογία στα χέρια των οπτικών. Έσιαξα τα γυαλιά μου και πλησίασα. Είναι απίθανα ευχάριστη η αίσθηση των πέντε τροχών στα εργονομικά καθίσματα γραφείου. Τσουλάνε με ελάχιστη προσπάθεια και αφήνουν και την ευχάριστη αίσθηση της αυτοκίνησης. Άσε που σου θυμίζουν συνέχεια το ανέκδοτο με την γιαγιά μου που αν είχε καρούλια θα ήταν αστροναύτης.

Άπλωσα το χέρι το έπιασα και το ανέσυρα με προσοχή. Τα ξαδέρφια του, ή τα υπόλοιπα σκουπίδια τέλος πάντων, άφησαν ένα ευχάριστο γουργουρητό. Καλά πάμε σκέφτηκα με αστεία διάθεση. Ξαφνικά «αηδία». Το έγγραφο έφερε κηλίδες ακαθόριστου χρώματος από κάποιο βιολογικό υλικό. Το μπράτσο της πολυθρόνας δεν με άφησε να συνεχίσω την ενστικτώδη κίνηση του χεριού προς τα πίσω. «Συνομωσία» σκέφτηκα σχεδόν μεγαλόφωνα. Σε δύο δευτερόλεπτα η φοβική αντίδραση της αμυγδαλής του εγκεφάλου μου είχε καταλαγιάσει και ο νεοφλοιός έσκυβε με προσοχή. Οι κηλίδες, τρεις τον αριθμό, φαίνονταν σαν να είναι από δάκρυα. Σχεδόν στρογγυλές και με ακανθώδες περίγραμμα. Λεπτομερέστερη παρατήρηση έδειξε ένα κείμενο από κομπιούτερ γραφείου. Η περιέργεια εντάθηκε. Κοίταξα γύρω μετά το καλάθι και τανάπαλιν ή τούμπαλιν όπως έλεγε ένας καθηγητής μου των Αρχαίων Ελληνικών. Ποιος ενδιαφέρεται ποιος επιρρηματικός τύπος είναι καλύτερος; Έχω θέμα.

Αστυνομικό δαιμόνιο. Η στρωματογραφία του κάδου έδειχνε ότι η λαθραία ταφή έγινε πριν μία ώρα το πολύ. Ο ένοχος είχε κάνει σχεδόν αριστοτεχνική δουλειά. Αλλά όπως έλεγε η καλή μας Άγκαθα ο ένοχος πάντα κάνει στο τέλος ένα λάθος που οδηγεί στην σύλληψη του. Κοίταξα γύρω – γύρω στο γραφείο. Η ανέραστη Γεωργία μάλλον σκεφτόταν τις μελιτζάνες στο ψυγείο της. Φρίκη! Ο Κώστας με τα ματομπούκαλα με κοίταγε ενοχλημένος που τον παρατηρούσα καχύποπτα. Αποκλείεται τα δάκρυα δεν ξεγλιστράνε από τη γυάλα! Η Νίνα η λυγερόκορμη; Ο Δημήτρης με το μουστάκι; Η Μερόπη; Ποιος έκλαιγε τέλος πάντων και γιατί; Ουφ, δύσκολη η Ντετεκτιβική και ποιος σκοτίζεται. Θα αναζητήσω την πνευματική πατρότητα από το ίδιο το κείμενο.

«Λατρευτή μου ερωμένη, μονάκριβη μου φίλη, γλυκιά μου άγνωστη, Λωξάντρα μου,». Ώπα! Πιάσαμε λαυράκι! Ερωτική ιστορία στο γραφείο! Οι ένοχοι μειώθηκαν αλλά η Λωξάντρα αύξησε τον αριθμό. Διάβασα το κείμενο μονορούφι, το παραθέτω πιο κάτω, τα σχόλια μετά.

«Σήμερα αυτή τη στιγμή νοιώθω πολύ μεγάλο πόνο. Με έπιασε ξαφνικά. Ίσως επειδή μου λείπεις εδώ και πολλούς μήνες. Ίσως επειδή με αποστρέφεσαι πλέον αρκετές εβδομάδες. Ίσως γιατί δεν ακούω πλέον το παθιασμένο χαρούμενο τιτίβισμα σου, δεν νοιώθω το ερωτογόνο κάλεσμά σου, την όλο θέρμη φωνή σου στο τηλέφωνο, το ολάνοιχτα ερωτικά σου χείλη, την ζεστή σου αγκαλιά, τις αμήχανες στάσεις σου που με τρελαίνουν, τα σκέρτσα σου, το είναι σου που γνώρισα και το ερωτεύτηκα. Αντ’ αυτού βλέπω ένα κουρασμένο, όλο φόβο βλέμμα, ψυχρό και απρόσωπο, εσωστρεφές και ενοχλημένο.»

«Σε χρειαζόμουν αυτή τη στιγμή όσο τίποτε άλλο μου αρκούσε το τηλέφωνο που σου ζήτησα αλλά που μου αρνήθηκες. Το χρειαζόμουν αφάνταστα. Νοιώθω αφόρητα κουρασμένος και, ίσως αδικαιολόγητα μεν, αλλά αφάνταστα εγκαταλειμμένος. Μπορεί να έχεις δικαιολογία φαντάζομαι, αλλά οι ερωτευμένοι δεν τα βλέπουν αυτά είναι όλο κακία. Κουκλίτσα μου δεν μπορώ άλλο. Βρες έναν τρόπο να με στηρίξεις να κρατήσω το κεφάλι μου έξω από το νερό της λίμνης της λύπης, της λησμονιάς και της απέραντης μοναξιάς, αλλιώς μικρούλα μου άσε με να βυθιστώ για πάντα. Να μείνω σαν ένα άγαλμα ψυχρό στο βυθό, με σπασμένα μέλη τρανό σημάδι μίας αρχαίας δόξας, ενός μουσειακού εκθέματος απόδειξη ενός μεγάλου έρωτα που έσβησε άδοξα πριν ακόμα ανθίσει.»

«Σε χρειάζομαι Ξαντρούλα μου. Είμαι μόνος και έρημος. Τίποτε δεν γεμίζει το κενό που μου άφησες. Βρες ένα τρόπο να με στηρίξεις. Χάνομαι και δεν με πιάνουν τα ανθρώπινα γιατροσόφια. Κούκλα μου μήπως γίνομαι επικίνδυνος και επίφοβος; Βόηθα έναν δυστυχισμένο που έκανε το λάθος να σε αγαπήσει άδολα, πιστά, τρυφερά, ανυστερόβουλα να βρει το δρόμο του προς την καρδιά σου.»

«Ας είναι δεν γίνεται τίποτε. Δεν υπάρχει κανάλι επικοινωνίας πια. Είναι όλα απαγορευμένα. Θα στο στείλω στα δύο email και στο messenger. Και αν και όποτε το λάβεις και αν καταδεχτείς να τα ανοίξεις.»

«Χαριτωμένο μου γλυκό θλιμμένο μου κοριτσάκι γεια σου. Κοίταζα τις παιδικές σου φωτογραφίες και ένοιωσα να με πλημμυρίζει μία θάλασσα δακρύων. Δεν θα έχω ίσως ποτέ την τύχη να σου χαϊδεύω τα μαλλάκια και να σου φτιάχνω τα κοτσιδάκια όπως η μαμά σου και να σε κοιμίζω στην αγκαλιά μου όπως κάποτε στο λόφο θυμάσαι;»

«Γεια σου μικρούλα μου τα φάρμακά μου με καλούν. Αύριο θα ξημερώσει ένα νέο πεντάλεπτο μαζί σου, μα δεν θα είμαι ο ίδιος ο πρώην Δημητράκης σου, θα είμαι μια χημική μαριονέτα θεάτρου. Σου ζητώ συγγνώμη για αυτό, μα δεν το αξίζεις.»

«Γεια σου τρυφερή μου Ξάντρα, γλυκιά μου οπτασία, πουλάκι μου θλιβερό.»

«Ο κάποτε μονάκριβος Δημητράκης σου.»

Ο ένοχος βρέθηκε, αλλά το γεγονός αυτό δεν μου προξενεί καμία ευχαρίστηση πια. Κοίταξα προς την μεριά του Δημήτρη. Όλα συντείνουν σε αυτό. Οι σκυμμένοι ώμοι, το μελαγχολικό χαμόγελο, το άδειο βλέμμα στυλωμένο στο παράθυρο. Είναι απίστευτο ζούμε σε έναν κόσμο με αφάνταστες δυστυχίες ανάμεσα μας. Ένας στους δύο συνεργάτες μας, γείτονες, διαβάτες, συνάνθρωπους ζούνε με δυστυχώς αόρατες αλυσίδες δυστυχίας στα πόδια. Κάνουν φριχτό ήχο όταν τις σέρνουν και δεν έχουμε μάθει να τις ακούμε. Πολλές από αυτές τις αλυσίδες τις σφυρηλατούμε εμείς οι ίδιοι. Μάθαμε να ζούμε μία κοινωνική ζωή γεμάτη από «πρέπει», με αντάλλαγμα η κοινωνία να μας κρατά ασφαλείς από τα λιοντάρια που τριγυρνάνε έξω από την πόλη. Μεγάλωσαν οι πόλεις και τα «πρέπει» αλλά κανείς δεν μας είπε ότι ούτε και λιοντάρια έμειναν πια.

Είδα τον Δημήτρη να βγαίνει από την πόρτα. Είμαι σίγουρος ότι δεν κράτησε αντίγραφο από τα αποσταλμένα του. Εγώ έκανα καλά να διασώσω ένα; Δεν ξέρω. Μα τι στο καλό; οι κηλίδες φάνηκαν να αυξάνουν σε αριθμό τέσσερεις, πέντε,… Δίλημμα! Ας αποφασίσει ο κάδος μας έτσι και αλλιώς έχει γενέθλια. Και η άλλη; Αυτή η Λωξάντρα; Αυτό το θλιμμένο γλυκό κορίτσι; Γιατί άραγε να είναι θλιμμένο; Ή μήπως δεν είναι; Και αν δεν το έλαβε ποτέ το μήνυμα; Και αν το έλαβε και δεν το πίστεψε; Και αν το έλαβε, το πίστεψε αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε; Αυτό κι αν θα ήταν αρχαία τραγωδία.

Το κλικ του διακόπτη με ξύπνησε. Εντολή της διεύθυνσης ο τελευταίος κλείνει τα φώτα του γραφείου. Βοηθάμε όλοι στην μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας, μόνο που αυτή δεν μας βοηθά σχεδόν σε τίποτε. Λοιπόν η λύση βρέθηκε και είναι αυτή που σκαρφίστηκε ένας συμπατριώτης μου μεγάλος ποιητής. Έλεγε: «το κείμενο το πέταξα αλλά το βρήκε ο σκύλος μου και το έφερε σε σας». Συγκεκριμένα προσγειώθηκε στο γραφείο του Διευθυντή Σύνταξης. Ένα φιλικό σκούντημα στον κάδο μου. Δεν πάω καλά, μου φαινόταν χαρούμενος. Είναι μόλις δέκα και τέταρτο ίσα που προλαβαίνω τον Δημήτριο στην είσοδο για ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Το καφενεδάκι στην γωνία έχει την μπύρα 1,80€ (την μικρή βέβαια για να μην ξεθαρρεύουμε), το κέρασμα δικό μου. Αν τον δείτε καμία φορά να περνά σας παρακαλώ φωνάξτε τον. Θα τον γνωρίσετε είναι χαρακτηριστικός τύπος. Είναι απίστευτο πόσο λίγα χρειάζονται για να μοιραστεί κανείς τον πόνο των συνανθρώπων του.


Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.