Η Οδηγάρα

nachmia
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Νίνας Ναχμία

Σιγά που θα οδηγήσω σε στράντε περικολόζε!… Για να οδηγήσω, θά’πρεπε να είμαι το κορίτσι λάστιχο του Τσίρκου της Μόσχας και όχι μια ακατέργαστη που ξέρει από αυτοκίνητο όσο ξέρει ο ακολύμπητος από άπατα. Μπαίνει στη θάλασσα ο ακολύμπητος να κάνει απλωτές αφού ξέρει πως θα είναι οι τελευταίες του;

Γι’ αυτό μετά από καναδυό κοντομετωπικές, που έτσι δηλαδή και δεν το πηγαίναμε και οι δυό με 50, έχετε γειά βρυσούλες, το πήρα απόφαση πως το όχημα ως μέσον δεν με είθελε παρά μόνο ως συνεπιβάτη και επανήλθα εις τα εξ’ών συνετέθην, δηλαδή ως χανούμα και κυρά, αφήνοντας στην πάντα τα ωραία φεμινιστικά γι’αυτές που το λέει το τσαγανό τους. Επειδή όμως η Αθήνα ως εύρος δεν είναι η Ανω Μαγουλίτσα που την πάς με το πόδι όπου θές να την πάς κι επειδή μπορεί ν’ αποφάσισα να μην ξαναοδηγήσω, αλλά όχι ν’ απαρνηθώ και τα εγκόσμια, έγινα τσιρότο στην Πίτσα που, με το τιμόνι έχει ακριβώς τις αντίθετες σχέσεις με ‘μένα.

Μπορεί να σου κατέβει την Κηφισίας σε ώρα αιχμής με την ίδια άνεση που έχει η Αμαζόνα στη ζούγκλα του Αμαζόνιου. Μπορεί να σου περάσει το στέισιον απο ατραπό με παρκαρισμένα εκατέρωθεν αυτοκίνητα και να στο βγάλει αλώβητο. Μεγάλο θαυμασμό έχω για την Πίτσα που μπορεί να κάνει όλ’ αυτά τα θαυμαστά, γι’ αυτό δεν κάνω χωρίς αυτήν. Νά’τανε άλλη, θ’άλλαζε όνομα και διεύθυνση να μην την ξαναβρώ ποτέ. Αλλά φαίνεται πως της αρέσει ο θαυμασμός που δείχνω για τις ικανοτητές της και δέχεται αγόγγυστα τον μπελά μου.

– Βρέ Πιτσάκι μου θα με πεταχθείς ….

    – Θα σε πεταχτώ.

    – Θα με πάς Σούπερ Μάρκετ;

    – Θα σε πάω.


Και δεν είναι μόνο οδηγάρα η Πίτσα, αλλά και τέρας απάθειας και θράσους σ’ όλα τα μπερικέτια των αρρένων οδηγών συναδέλφων της που τη στολίζουν με ότι ζαρζαβάτι έχει πρόχειρο ο στόμας τους. Ασε που δεν τους αφήνει ατάκα να της πέσει κάτω.


 – Δεν πας μωρή να πλύνεις τα πιάτα σου!

 – Καλύτερα πλύνε εσύ τα δικά σου να μην είσαι και άχρηστος.

 – Μωρή σαλαμούρα δεν πάς να φουντάρεις τη φόρμουλά σου στο Σούνιο. Τα ναύλα δικά μου.

– Ασε ρε τις γαλαντομίες, που πήρες την Λάντα για Λότους και θέλεις και να τη σπινάρεις κι από πάνω. Γυφτοφάσουλο!… Και μόλις αμολήσει το μελάνι, πατάει τέρμα γκάζια, τέρμα ηχεία και συνοδεύει το άσμα σαν να μην έτρεξε τίποτα. Βέβαια εμένα τότε, δεν με θέλει το κάθισμά μου, γιατί, αυτό το σοφεράντζικο εξτρήμ, φοβάμαι πως καμιά ώρα θα μας στείλει σε διπλανά κρεβάτια στο ΚΑΤ να κλαίμε τον πόνο μας. Τολμάς όμως να εναντιωθείς στο υποκείμενο του θαυμασμού σου που καταφέρνει αυτό που ποτέ εσύ δεν θα καταφέρεις;

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.