Καλοκαιρινές Εικόνες

nachmia
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

Της Νίνας Ναχμία 

Εικόνες του καλοκαιριού που άλλες με κάνουν και φρίττω κι άλλες  μου ξυπνάνε τα ρομαντικά μου αισθήματα τα γεμάτα ευωδιές, νοσταλγία και τρυφερότητα. Που μου θυμίζουν αγιόκλημα, γιασεμί και βασιλικό μιας Αθήνας χαμένης για πάντα. Εκεί στις ανηφοριές της Πλάκας, πιο πέρα από τον Τουρισμό, όταν τα σκαλάκια πάνε ψηλά, τον Ερώτα να βρεθεί μόνος του και στην κάθοδό του χορταίνει την πείνα του μ’ ένα σουβλάκι.

Αλλά για τον έρωτα, είναι ασήμαντο το στομάχι. Θρέφεται από το αίμα της καρδιάς του και δεν λοιμοκτονεί ποτέ. 

Ο πιο φτωχός έρωτας είναι πολύ πιο πλούσιος από αυτόν που στεγάζει το εφοπλιστικό κότερο, και η Μυκονιάτικη έπαυλη που τα κοκτέηλς σερβίρονται στην πισίνα από στιλάτους παπιγιονάτους. Η πλήξη σέρνεται σαν ύπουλος όφις που δαγκάνει τα ηλιοκαμένα σώματα, που ξεθυμαίνουν με σαρκικές επαφές ξεδιψώντας προσωρινά την δίψα τους, στο μεταξωτό σεντόνι, που αμέσως ξεφουσκώνει και, αναδιπλώνεται για να στρωθεί το επόμενο, για τον επόμενο και την επόμενη, επώνυμη, που την επωνυμία της προσπαθεί να την κρατήσει με πλαδαρές αναγουλιαστικές υποχωρήσεις. Με την ψυχή της δεμένη στο μουράγιο του πρώτου αληθινού, ευγενικού, τρυφερού έρωτά της. Γιατί το σώμα έχει και ψυχή που θέλει κι αυτή την μερίδα της κι όταν δεν της τη δίνεις πεινάει απεγνωσμένα. 

Έβλεπα ένα ζευγαράκι, που κατέφτασε με το πούλμαν για τα θαλάσσια μπάνια του λαού. Από την αρχή το παρακολουθούσα μέχρι που αποχώρησε για να επιστρέψει στην στριμωγμένη γειτονιά του με το αλέ ρετούρ της αξιοπρεπούς φτώχειας. Τέσσερα ευρώ κατά κεφαλήν πήγαιν’ έλα. Μια τρυφερότητα, σαν παλιρροϊκό κύμα ανέβηκε στην καρδιά μου και την έπνιξε από τρυφερότητα. 

Μια μαγική εικόνα σαν αυτές που πάνε να χαθούν οριστικά σαν το αγιόκλιμα και το γιασεμί, αλλά κρατάνε ακόμα το άρωμά τους κόντρα σε όλα τα ανθρώπινα τερατουργήματα και την απληστία της υλικής ευφορίας που πληρώνεται με υπέρογκους φόρους συνείδησης. Μ’ αυτές τις εικόνες περπατούσα στην άδεια Αθήνα κάνοντας τον πρωινό μου περίπατο. 

Μ’ αυτό το όνειρο, για έναν κόσμο γλυκύτερο, όταν πέρασε ένα αυτοκίνητο με τέρμα γκάζια και ηχεία, κεντράρισε σε μια λακούβα με λασπόνερο, με γέμισε με τα απόβλητά της και ο οδηγός έφυγε καγχάζοντας για το κατόρθωμά του, επαναφέροντάς με στην θλιβερή πραγματικότητα. Αυτή που μας πληγώνει με ανεπούλωτες πληγές και μας κάνει ν’ αναλογιζόμαστε για ένα ακόμη πιο ζοφερό αύριο. Εκεί που η ψυχή του ανθρώπου, νεκρή πια, δεν θα μπορεί ν’ακούσει ούτε λίγο την τρυφερή μπαλάντα του έρωτα. Που τα μάτια δεν θα γλυκαίνονται από τις τρυφερές εικόνες, που δεν θα υπάρχει έλεος για κανέναν και για τίποτα. Εκεί που για μια ακόμα φορά κάποιος συγγραφέας που θα έχει ακόμα την δύναμη να γράφει, θ’ αναρωτιέται «Αν αυτό μπορεί να λέγεται άνθρωπος.» όπως ο Πρίμο Λέβυ, επιζήσας των στρατοπέδων της κόλασης. Εκεί που τα άγρια ζώα της ζούγκλας θα αισθάνονται πολύ απροστάτευτα, μπροστά στην απειλή του ανθρώπου και στην δίψα του για …αίμα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.