Γυναίκες δολοφόνοι, ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Από τη «Φόνισσα» στις Κακούργες

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Μιχαέλας Αντωνίου

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τους λόγους που ένα πλάσμα γένους θηλυκού φτάνει στο φόνο. Εγκληματολόγοι, μέχρι και τα μέσα του εικοστού αιώνα, προσέδιδαν στις γυναίκες εγκληματίες μια «ανωμαλία» αταίριαστη προς το φύλο τους.

Μετά τη δεκαετία του 1970, με την ανάπτυξη της φεμινιστικής εγκληματολογίας, άρχισαν να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες κοινωνικοί, ιστορικοί και πολιτιστικοί. Και είναι με αυτούς τους παράγοντες που μπορούμε να κατανοήσουμε τις γυναίκες των κλειστών κοινωνιών, που οι διέξοδοι τους είναι περιορισμένες, που είναι παγιδευμένες στα σπίτια τους, στα χωριά του, στις μικρές τους πόλεις. Αυτές οι γυναίκες τείνουν να διαπράττουν εγκλήματα που συμβαίνουν κατά κύριο λόγο στην ιδιωτική σφαίρα της κοινωνικής ζωής και να έχουν ως θύματα οικείους, συγγενείς ή άτομα που εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από αυτές τις ίδιες. Γι’ αυτές τις γυναίκες λοιπόν που φτάνουν στο φόνο από απόγνωση και την πίεση μιας κοινωνικής δομής που τις συνθλίβει μιλάει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην Φόνισσα και η Μαριέλλη Σφακιανάκη-Μανωλίδου στα διηγήματά της Οι Κακούργες, δυο κείμενα που διασκευάστηκαν και παρουσιάζονται σε αθηναϊκές σκηνές.

Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού – Θέατρο  Οδού Κεφαλληνίας

fonissa-400x225

Ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα, γραμμένη στην αυγή του εικοστού αιώνα, με την λογοτεχνική και πνευματική του οξύτητα γράφει ένα πολυσύνθετο κείμενο που ανατέμνει την κοινωνία του. Ο συγγραφέας μιλά για μια κοινωνία σκληρή που είναι ικανή να οδηγήσει τους ανθρώπους της στην εξαθλίωση, στην καταστροφή, στον φόνο. Αφηγείται την ιστορία του με μια καθαρεύουσα ποιητική, ατμοσφαιρική, μα ταυτόχρονα ανοίκεια για τον σύγχρονο αναγνώστη και πολύ περισσότερο για τον σύγχρονο θεατή. Αυτός είναι ο λόγος που ένα μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας της παράστασης οφείλεται στην διασκευή αυτού του κειμένου. Ο Στρατής Πασχάλης, σ’ αυτό το δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα, καταφέρνει να ανασκευάσει το κείμενο θέτοντάς το απέναντι στην εποχή μας. Διατηρεί την πλούσια και περίτεχνη γλώσσα του συγγραφέα, ενώ ταυτόχρονα την κάνει καθημερινή και κατανοητή. Μοιράζει το κείμενο σε ατάκες στους ηθοποιούς, διευκολύνοντας την αμεσότητα και κάνοντας τον μυθιστορηματικό λόγο θέατρο.

Ο Στάθης Λιβαθινός, με τη σειρά του, χρησιμοποιεί το κείμενο για να δομήσει μια μεστή παράσταση. Θέτει στο κέντρο της δράσης την ηρωίδα και κινεί γύρω της τους υπόλοιπους ηθοποιούς που είναι ταυτόχρονα παρατηρητές, αφηγητές, σχολιαστές και υποκριτές της ιστορίας της Φραγκογιαννούς. Τοποθετημένοι τριγύρω από το ανάχωμα, όπου είναι «θαμμένη», ριζωμένη, καταδικασμένη να μην απελευθερωθεί παρά μόνο μετά το θάνατό της η Φόνισσα, συνδιαλέγονται μαζί της, πλέκοντας την ιστορία της. Αφηγούνται με λιτά σκηνικά μέσα, που αφήνουν την φαντασία του θεατή ελεύθερη, μια ιστορία σκληρή και ανθρώπινη.

Η Ελένη Μανωλίδου ντύνει τον σκηνικό χώρο με ένα μωσαϊκό από φωτογραφίες ανθρώπων, κάνοντας την μικρή σκηνή του θεάτρου χώρο πανελλαδικό και πανανθρώπινο. Το γεμάτο άμμο ανάχωμα φέρνει στο μυαλό παιδική χαρά και οι μικρές καρεκλίτσες θυμίζουν δωμάτιο παιδιού, δίνοντας μια περαιτέρω διάσταση στην θεματική του έργου. Τα γκριζομαύρα κοστούμια βοηθούν τους ηθοποιούς να αλλάζουν ρόλους και οι φωτισμοί αφηγούνται γλαφυρά τις εναλλαγές σκηνών. Η μουσική και το a cappela τραγούδι των ηθοποιών που κινείται μεταξύ της ψαλμωδίας, του θρήνου και του νανουρίσματος υποβάλλει τον θεατή.

Οι ηθοποιοί δημιουργούν ένα ομοιογενές σύνολο. Ο Χάρης Χαραλάμπους εμφανίζει την σκληρότητα των χαρακτήρων του. Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος παρουσιάζει με ένταση τις εναλλασσόμενες καταστάσεις. Η Λιλύ Μελεμέ φέρει μια έντονη δραματικότητα. Η Λουκία Μιχαλοπούλου ξεχειλίζει από αθωότητα και λάμπει ως η «άτεκνη» γυναίκα του θιάσου. Η Τζίνη Παπαδοπούλου ερμηνεύει με χιούμορ, σαρκασμό, απλότητα και αμεσότητα. Και η Μπέττυ Αρβανίτη ως Φραγκογιαννού περνά από την παθητικότητα στην δράση και από την τρέλα στην απόγνωση με ευκολία και σκηνική δύναμη.

Μια παράσταση που δεν θα άλλαζες τίποτα.

Δραματοποιημένο Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Σκηνοθεσία: Στ. Λιβαθινός

Ερμηνεύουν: Μπ. Αρβανίτη, Τζ. Παπαδοπούλου, Λ. Μιχαλοπούλου, Π. Παναγόπουλος. Σκην.-κοστ.: Ελ. Μανωλοπούλου. Μουσ.: Τ. Μούσας. Φωτ.: Αλ. Αναστασίου

 

 

Οι κακούργες της Μαριέλλης Σφακιανάκη-Μανωλίδου σε σκηνοθεσία Δήμητρας Αράπογλου – Θέατρο Όλβιο

kakourgiesΟι μαυροφορεμένες γυναίκες της υπαίθρου, που μη βρίσκοντας άλλον τρόπο διαφυγής αποφασίζουν να δολοφονήσουν τους συζύγους-βασανιστές τους, αποτελούν πηγή έμπνευσης της Σφακιανάκη-Μανωλίδου για τα διηγήματα της στο βιβλίο Οι κακούργες. Η συγγραφέας θεωρεί ότι πίσω απ’ αυτές τις δολοφόνους που πιάστηκαν κρύβονται πολλές ακόμα που κατάφεραν να ξεφύγουν, που σκότωσαν μα ξέφυγαν από τον νόμο και συνέχισαν τη ζωή τους. Η σκηνοθέτης, Δήμητρα Αράπογλου, αποφάσισε να ανεβάσει πάνω στη σκηνή αυτές τις «ατιμώρητες» φόνισσες και ο Θαλής Σταθόπουλος έφτιαξε ένα κείμενο για να τους δώσει λόγο. Το κείμενο του Σταθόπουλου είναι ταχύ και συμπυκνωμένο. Οι κοφτές ατάκες κρατούν τον θεατή αγκιστρωμένο και τον αφήνουν να απολαύσει, όταν έρχεται η ώρα, τις τρεις ιστορίες-μονολόγους.

Η Αράπογλου δημιουργεί μια στυλιζαρισμένη σκηνική σύνθεση. Κουρδίζει τις ηθοποιούς της, τις κατευθύνει και τις καθοδηγεί. Οικοδομεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο η καθεμία προσφέρει την ερμηνεία της. Η Δέσποινα Σαραφείδου στον πρώτο μονόλογο δημιουργεί μια επικίνδυνη, εκδικητική δολοφόνο με αλήθεια και αυτοσαρκασμό. Η Μαρία Πανουργιά οδηγεί την δική της κακούργα να ακροβατεί μεταξύ τρέλας, σκληρότητας, πόνου και ανέχειας. Η Λένικα Αρφάνη φτιάχνει ένα φοβισμένο πλάσμα που λυτρώνεται με την πράξη της. Η χορογράφος, Ίρις Καραγιάν, κινεί αρμονικά και δίνει ανάσα στα σώματα των τριών ηθοποιών.

Το σκηνικό της Αναστασίας Αρσένη, τρία αλουμινένια γκρίζα πρατικάμπιλε πάνω σε ρόδες με φόντο ένα ομοιογενές ψυχρό γκρίζο, αλλάζει διαρκώς και οριοθετεί τους απλούς σκηνικούς χώρους όπου εκτυλίσσονται οι τρεις ιστορίες. Τα έξι σκίτσα της Εύης Τσακνιά τους σηματοδοτούν. Τέλος, η επιβλητική μουσική του Μάριου Αριστόπουλου υπογραμμίζει ατμοσφαιρικά τις στιγμές.

Μια παράσταση με μαύρο χιούμορ και πικρή αισιοδοξία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.