Η Γενοκτονία των Ποντίων είναι μια ανοιχτή πληγή στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού. Είναι οι φωνές όσων δεν πρόλαβαν να σωθούν, οι οικογένειες που χάθηκαν στους δρόμους της εξορίας, τα χωριά που ερήμωσαν, οι εκκλησίες που βεβηλώθηκαν, τα παιδιά που μεγάλωσαν μακριά από τις πατρίδες των προγόνων τους.
Κάθε χρόνο, στις 19 Μαΐου, η Ελλάδα στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων του Ποντιακού Ελληνισμού. Η ημέρα αυτή δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, το 1919, γεγονός που σηματοδότησε την πιο βίαιη φάση των διώξεων κατά των Ελλήνων του Πόντου.
Από τις διώξεις στον αφανισμό
Η τραγωδία των Ποντίων δεν ξεκίνησε ξαφνικά. Είχε προηγηθεί η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού και η απόφαση των Νεότουρκων να «καθαρίσουν» τη Μικρά Ασία από τις χριστιανικές κοινότητες. Έλληνες, Αρμένιοι και Ασσύριοι βρέθηκαν στο στόχαστρο ενός σχεδίου εξόντωσης που οργανώθηκε μεθοδικά και εκτελέστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα.
Από το 1914 έως το 1918, χιλιάδες Πόντιοι εκτοπίστηκαν βίαια προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Άνδρες οδηγήθηκαν στα περιβόητα Τάγματα Εργασίας, όπου πέθαιναν από πείνα, κακουχίες, αρρώστιες και εξάντληση. Άμαχοι πληθυσμοί ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, χωριά λεηλατήθηκαν, περιουσίες αρπάχθηκαν και ολόκληρες κοινότητες οδηγήθηκαν στην εξαφάνιση.
Η πρώτη αυτή φάση χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «λευκή σφαγή», γιατί η εξόντωση δεν γινόταν πάντα με όπλα, αλλά μέσα από την πείνα, τις πορείες θανάτου, την εξάντληση και την εγκατάλειψη.
Η 19η Μαΐου και η κορύφωση της βίας
Η αποβίβαση του Κεμάλ στη Σαμψούντα άνοιξε το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της Γενοκτονίας. Από το 1919 έως το 1923, οι διωγμοί έγιναν ακόμη πιο άγριοι. Παραστρατιωτικές ομάδες, οι λεγόμενοι τσέτες, εξαπέλυσαν τρόμο στην ύπαιθρο. Ονόματα όπως ο Τοπάλ Οσμάν συνδέθηκαν με σφαγές, εμπρησμούς, εκτελέσεις και μαζικές εκκαθαρίσεις ελληνικών χωριών.
Ολόκληρες οικογένειες οδηγήθηκαν σε πορείες χωρίς επιστροφή. Άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί, σφαγιάστηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες. Σε περιοχές όπως η Κερασούντα, η Μπάφρα και η Σαμψούντα, ο ποντιακός ελληνισμός υπέστη ανείπωτη καταστροφή.
Παράλληλα, τα λεγόμενα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας καταδίκαζαν με συνοπτικές διαδικασίες Έλληνες προκρίτους, δασκάλους, ιερείς και ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας. Πολλοί εκτελέστηκαν χωρίς ουσιαστική δίκη, μόνο και μόνο επειδή θεωρούνταν εμπόδιο στο νέο εθνικιστικό σχέδιο.
Ο ξεριζωμός ενός κόσμου
Μέχρι το τέλος του 1923, ο Πόντος είχε αλλάξει για πάντα. Ένας πολιτισμός αιώνων, με σχολεία, εκκλησίες, χωριά, εμπορική ζωή, γλώσσα, τραγούδια και παραδόσεις, ξεριζώθηκε βίαια από τη γη του.
Οι απώλειες του Ποντιακού Ελληνισμού υπολογίζονται σε περίπου 353.000 ψυχές. Όσοι επέζησαν, πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Έφτασαν στην Ελλάδα κουβαλώντας ελάχιστα υπάρχοντα, αλλά μαζί τους έφεραν κάτι ανεκτίμητο: τη μνήμη, την αξιοπρέπεια και την ταυτότητά τους.
Με τη Συνθήκη της Λωζάνης και την ανταλλαγή πληθυσμών, ο ξεριζωμός ολοκληρώθηκε. Οι Πόντιοι έχασαν τις πατρογονικές τους εστίες, αλλά δεν έχασαν την ψυχή τους.
Η μνήμη ως πράξη δικαίωσης
Το 1994, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων και καθιέρωσε τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης. Από τότε, κάθε χρόνο, σε ολόκληρη την Ελλάδα και σε κοινότητες της διασποράς, πραγματοποιούνται εκδηλώσεις τιμής για τα θύματα.
Η διεθνής αναγνώριση παραμένει ένας δύσκολος αλλά αναγκαίος δρόμος. Η Κύπρος, η Αρμενία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Αυστρία, πολιτείες των ΗΠΑ και της Αυστραλίας, καθώς και διεθνείς ακαδημαϊκοί φορείς έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία ή έχουν στηρίξει τη μνήμη των θυμάτων.
Όμως η δικαίωση δεν είναι μόνο ζήτημα ψηφισμάτων. Είναι και ζήτημα ιστορικής αλήθειας. Είναι η ανάγκη να ακουστεί η φωνή εκείνων που χάθηκαν και να περάσει στις επόμενες γενιές.
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο»
Για τους απογόνους των Ποντίων, η 19η Μαΐου δεν είναι μια τυπική επέτειος. Είναι ημέρα σιωπής, δακρύου και περηφάνειας. Είναι η μνήμη της γιαγιάς και του παππού που μιλούσαν για τις χαμένες πατρίδες. Είναι το ποντιακό τραγούδι, η λύρα, η γλώσσα, οι παραδόσεις, οι ιστορίες που ειπώθηκαν δίπλα στο οικογενειακό τραπέζι.
Η Γενοκτονία των Ποντίων υπενθυμίζει ότι η λήθη είναι δεύτερος θάνατος. Και γι’ αυτό η μνήμη δεν είναι μίσος. Είναι χρέος. Είναι σεβασμός στους νεκρούς. Είναι ευθύνη απέναντι στην Ιστορία.
Γιατί ένας λαός που θυμάται δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά αλήθεια, αναγνώριση και δικαιοσύνη. Και όσο η μνήμη μένει ζωντανή, οι χαμένες πατρίδες συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις ψυχές των ανθρώπων τους.















