Αντώνης Αντωνίου: ο μοναχικός ήρωας στη σκηνή που ψάχνει την Ιθάκη του

Facebook
Twitter
LinkedIn

της Μιχαέλας Αντωνίου 

Για δεύτερη χρονιά ανεβαίνει στη Θεατρική Σκηνή ο μονόλογος του Θανάση Βαλτινού Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη. Είναι η αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου των αρχών του εικοστού αιώνα που θέλοντας να επιβιώσει προσπαθεί απεγνωσμένα να μεταναστεύσει στην Γη της Επαγγελίας, Αμερική. Μια παράσταση περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.  

Έχετε μια αδιάλειπτη παρουσία στο ελληνικό θέατρο περίπου σαράντα χρόνια. Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει, και πόσα παραμένουν ίδια;

Δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Δυστυχώς είμαστε μια κοινωνία οπισθοδρομική. Οι αλλαγές γίνονται με το σταγονόμετρο. Και μόλις γίνονται, μετά από λίγο καιρό βιαίως, τις περισσότερες φορές, ξαναγυρίζουμε στα ίδια. Πάντα θυμάμαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ότι υπάρχει κρίση, ότι υπάρχει λίγο κοινό, ότι τα θέατρα είναι πολλά και ότι τα πράγματα δεν είναι καλά. Δεν είναι καλά. Τίποτα δεν γίνεται. Τι ωραίο θέατρο που έχει η Αγγλία. Τι ωραίο θέατρο που έχει η Ανατολική Ευρώπη, παλιότερα. Τι ωραίο θέατρο που έχει η Γερμανία, τώρα. Τι κακό θέατρο που έχουμε εμείς. Σιγά σιγά, το μόνο που άλλαξε είναι ότι άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία των ηθοποιών μας. Να αναγνωρίζεται ότι έχουμε καλούς ηθοποιούς κι ότι το θέατρό μας εξελίσσεται. 

Πιστεύετε λοιπόν ότι η ουσία παραμένει ίδια;

Ναι. Αλλά έχει αλλάξει η στάση κάποιων ανθρώπων, επαϊόντων, που πια παραδέχονται ότι έχουμε καλούς ηθοποιούς, έχουμε καλούς σκηνογράφους, έχουμε κάποιους καλούς σκηνοθέτες. Όμως, δεν αναγνωρίζουν ότι έχουμε ένα θέατρο εφάμιλλο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών και ούτε προσπαθούν για τη δημιουργία ενός τέτοιου θεάτρου. Αποθέωση όλων αυτών είναι ότι μόλις εμφανιστεί ένας ξένος σταρ θα γίνει το πατείς με, πατώ σε για να πάνε να τον δουν. Έτσι, λειτουργούμε. Σαν αποικία. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε μια εθνική σχολή θεάτρου. Δεν έχουμε ένα θέατρο που να το στιγματίζει κάτι χαρακτηριστικό. Και όπως γινόντουσαν παλιά κάποιες εξαιρετικές παραστάσεις με εξαιρετικούς ηθοποιούς, έτσι γίνονται και τώρα. Το μόνο που έχει αλλάξει αισθητά προς το καλύτερο είναι το κοινό. Πιστεύω ότι έχει δημιουργηθεί ένα θεατρόφιλο κοινό, που έχει αγκαλιάσει το θέατρο και έχει αυστηροποιήσει τις επιλογές του. Δεν είναι μεγάλα τα ποσοστά, αλλά τουλάχιστον υπάρχει.

Πόσο πιστεύετε ότι η παιδεία, το σχολείο, η εκπαίδευση συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κοινού;

Κανονικά θα έπρεπε. Θα έπρεπε να είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην πνευματική ζωή αυτού του τόπου. Δυστυχώς όμως όλα γίνονται πρόχειρα. Χωρίς σχεδιασμό. Χωρίς προοπτική. Δεν υπάρχει σεβασμός στον πολιτισμό από τους κρατούντες. 

antonis_antoniouΠιστεύετε ότι αυτό ίσχυε πάντα;

Ναι. Ναι. Παλιότερα υπήρχε εγκατάλειψη. Ήταν ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Παρόλο που είχαμε προσωπικότητες στο χώρο του θεάτρου, ηθοποιούς και σκηνοθέτες, τα πράγματα ήταν αφημένα στην τύχη τους. Μετά το 1980, και κυρίως με την καθιέρωση των επιχορηγήσεων – είτε σε κρατικές/ημικρατικές σκηνές, είτε σε ελεύθερους θιάσους – άρχισε η πολιτεία να ασχολείται με το θέατρο και γενικότερα με την τέχνη. Μπήκε και το βιβλίο. Μπήκε κι η μουσική. Αλλά μπήκε για τα δικά μας παιδιά. Αυτή η λογική «τα δικά μας παιδιά» είναι αυτή που γεννάει τη διαφθορά, την διατηρεί και μας έχει φέρει εδώ που μας έχει φέρει. Κι αυτοί που μας φέρανε εδώ που μας φέρανε τώρα αρχίζουν και βρίζουν γιατί πληρώνουμε τις συνέπειες. 

Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι έχουν συμβάλει τα ΜΜΕ στη δημιουργία και εδραίωση των «δικών μας παιδιών»;

Ο τύπος έπρεπε, μοιραία, να ακολουθήσει και να στηρίξει τις επιλογές των ανθρώπων που καθόριζαν τα πράγματα στο ελληνικό θέατρο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε η πεποίθηση ότι όλοι έκαναν καλά τη δουλειά τους. 

Φυσικά η δεκαετία του ’80 και ιδιαίτερα το ’81, οπότε και εξελέγη ο Ανδρέας Παπανδρέου, σηματοδοτεί μια πραγματική αλλαγή για την ελληνική κοινωνία. 

Βέβαια, βέβαια. Σηματοδότησε μια ιδεολογική καθαρότητα και μια προοπτική ανάτασης και απελευθέρωσης του ελληνικού λαού, και όχι μόνο στον τομέα του πολιτισμού. Κι αυτά τα σημαντικά στοιχεία, τα οποία στην συντριπτική πλειοψηφία του ο κόσμος τα στήριξε και τα κράτησε ψηλά, κατέρρευσαν. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι διαχειριστήκαν τον κόσμο μ’ έναν σατράπικο τρόπο και με ασυδοσία. Και φτάνουμε στο σημείο να πούμε ότι εκείνη την εποχή έγιναν τα χειρότερα πράγματα στην ελληνική κοινωνία. Η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να είναι κινητήριος μοχλός ανάπτυξης και δημιουργίας σ’ αυτόν τον τόπο, έγινε θέρετρο σπατάλης. Ποιος θα πάρει πιο καλό αυτοκίνητο. Ποιος θα τα φάει στα μπουζούκια. Ποιος θα κάνει ψεύτικους απολογισμούς για αγροτικές επιδοτήσεις. Για βιοτεχνικές επιδοτήσεις. Έγινε ένα πάρτυ σπατάλης. Και τότε αναπτύχθηκε ένα τέρας που λέγεται δημόσιο. Και δίπλα σ’ αυτό το τέρας αναπτύχθηκαν κάτι τερατάκια που λέγονται συνδικαλιστές. Κι έτσι φτάσαμε να έχουμε ένα κράτος που το μαστίζει η διαφθορά. Δεν τολμάς να πας στο νοσοκομείο αν δεν έχεις φράγκα στην τσέπη. Δεν τολμάς να πας σε δημόσια υπηρεσία γιατί σε αντιμετωπίζουν ως κλέφτη. Και κανείς δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Λες και ζούσαμε και ζούμε μες την ευτυχία. 

Ας επιστρέψουμε όμως…

…στο θέατρο. Μέσα λοιπόν σ’ όλο αυτό τον ορυμαγδό το θέατρο κράτησε μια εξαιρετικά έντιμη στάση. Δηλαδή, κάναμε πολιτικό θέατρο. Κάναμε θέατρο για τον λαϊκό κόσμο. Ανεβάζαμε έργα ελληνικά. Πασχίζαμε για τη δημιουργία. Να βγούνε καινούργιοι συγγραφείς. Να δώσουμε παραστάσεις. Να τραβήξουμε τον κόσμο. Να ανεβάσουμε το πνευματικό επίπεδο, και το δικό μας και του κοινού. Όλα αυτά ήταν από τα πιο έντιμα πράγματα που συνέβησαν σ’ αυτή τη χώρα. Ο άνθρωποι του πολιτισμού, εκτός από κάποιους που τα έπαιρναν επειδή ήταν «τα δικά μας παιδιά», οι άλλοι ήταν εργάτες. Και πάσχισαν, και πασχίσουν ακόμα, να προσφέρουν κάτι. Από την εποχή της δικτατορίας, μέσα στη Χούντα, ξεκίνησαν οι θεατρικές ομάδες. Κι αυτό ήταν αντίσταση, ήταν δημιουργία. 

Το θέμα που θέτετε είναι ότι σε περιόδους δύσκολες οι πνευματικοί άνθρωποι στέκονται. Κι επειδή κι η περίοδος που περνάμε τώρα είναι πολύ δύσκολη, πιστεύετε ότι υπάρχει ελπίδα για δημιουργία; 

Όχι. Αυτή τη στιγμή το θέατρο περνά πολύ σκληρές καταστάσεις. Έχει φτάσει στο σημείο να μην κοιτάει τόσο το περιεχόμενο, όσο η ματιά του να είναι στραμμένη προς το ταμείο. Γιατί υπάρχει ανάγκη επιβίωσης. Ας πούμε, πολλά θέατρα φέτος επαναλαμβάνουν τα έργα που έπαιξαν πέρσι. Διότι τα καινούργια έργα στοιχίζουν. Πρέπει λοιπόν να συντηρηθεί το θέατρο. Για να μην κλείσουν οι σκηνές. Γιατί αν μείνουν μόνο πέντε θέατρα εμπορικά και κλείσουν τα υπόλοιπα, δεν έχεις κανένα περιθώριο προόδου. Πρέπει λοιπόν τα θέατρα τα δικά μας να υπάρξουν. Η πολιτεία κόβει τις επιχορηγήσεις, άρα το ογδόντα τοις εκατό των θεάτρων κινδυνεύει να κλείσει και όλα τα άλλα αυξάνονται. Η φορολογία, το ηλεκτρικό. Επομένως το πρώτο που πρέπει να κάνουμε ως θέατρα είναι να υπάρξουμε. Μέσα στο πλαίσιο αυτό της συντήρησης, ότι καλό προκύψει θα είναι λίγο τυχαίο. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα να δοκιμάσεις πράγματα. Πρέπει να κινηθείς με πιο σίγουρα βήματα γιατί πρέπει να εξασφαλίσεις την ύπαρξή σου. Δεν είναι η λύση να κλείσουν τα θέατρα. Η λύση είναι να μπούνε κι άλλες δυνάμεις, να μπούνε κι άλλα παιδιά, κι άλλα σχήματα. Αυτό όμως δεν ευνοείται από κανέναν. 

Ενώ το 1981, όταν ιδρύθηκε η Θεατρική Σκηνή, υπήρχε στήριξη από το κράτος;

Το ’81 η Μελίνα έδωσε πνοή στο θέατρο, το στήριξε και το περιχαράκωσε. Ήταν μια σπουδαία μορφή με τις αγνότερες προθέσεις για το θέατρο. Και είχε υλικό. Τις ομάδες που είχαν δημιουργηθεί στην δικτατορία. Εγώ ήμουν στο Ελεύθερο Θέατρο, που είχε δημιουργηθεί ως απόηχος των ομαδικών δουλειών που γινόντουσαν στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις. Και είχε δημιουργηθεί, όχι μαϊμουδίζοντας και αντιγράφοντας, αλλά επί της ουσίας. Υπήρχαν πολλές τέτοιες εστίες αναζήτησης και ανησυχίας και δημιουργικότητας. Είχαν φτιαχτεί τότε έξι, εφτά, οκτώ ομάδες, που διαλυόντουσαν κυρίως για πολιτικές διαφωνίες. Δεν διαλυόντουσαν για το πού θα μπει το όνομά μου ή ποιος θα πάρει τον πρώτο ρόλο. Κι αυτό ήταν υγιές και είχε τεράστια δυναμική. Όταν λοιπόν ήρθε η μεταπολίτευση και μπορούσες να παίξεις μια παράσταση χωρίς να έρχεται η ασφάλεια και μετά να σε ακολουθεί το βράδυ, έγιναν πάρα πολλές δουλειές. Άλλες πολύ καλές, άλλες λιγότερο καλές. Όμως δημιουργήθηκε ένας αναβρασμός. Έσφυζε η Ελλάδα από θέατρα και θεατρικά σχήματα. Και τότε ήταν μια περίοδος που ακόμη και τα εμπορικά θέατρα για να μην μείνουν εκτός κλίματος ανέβαζαν Ίψεν. Κι αυτά τα θέατρα και τα σχήματα ακόμα και σήμερα παρουσιάζουν πολύ καλές δουλειές. Και σ’ αυτό βοήθησε πολύ η Μερκούρη. Όμως δεν μπορούσε ένας άνθρωπος να αλλάξει τις δομές του ελληνικού κράτους. Και είμαστε σ’ ένα κράτος όπου όλα γίνονται στο γόνατο. Άρα και στην θεατρική παιδεία και στον πολιτισμό δεν μπορείς να πεις ότι έχει μπει κάποιος στόχος. Κανείς δεν έχει βάλει προορισμό. Ο καθένας λειτουργεί σχεδόν αυτόνομα. Δεν υπάρχει Ιθάκη.

image_antoniouΟ ήρωας όμως της παράστασης που παρουσιάζεται έχει Ιθάκη. 

Αυτός, και όλοι οι άλλοι, γιατί πίσω από τον Κορδοπάτη στην ουσία βρίσκεται όλη η Ελλάδα. Ο Κορδοπάτης είχε βάλει έναν στόχο επιβίωσης και δεν τον μετακινούσες απ’ αυτόν. Είναι το ένστικτο. Δεν άλλαζε κατεύθυνση. Έπρεπε, αν όχι να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας, να γλιτώσει τουλάχιστον απ’ αυτή τη φρίκη που υπήρχε εδώ. Μιλάμε για τις αρχές του εικοστού αιώνα. Τότε είχε πτωχεύσει η χώρα∙ γινόταν πόλεμος στα σύνορά μας, το 1907∙ έπεσε ξηρασία, κυρίως στην Πελοπόννησο, και δεν υπήρχε τροφή∙ σταμάτησε η Μεγάλη Βρετανία να αγοράζει σταφίδες, που ήταν το βασικό εξαγώγιμο προϊόν∙ έπεσαν οι ακρίδες και διέλυσαν τις σοδειές. Επομένως οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά άσχημες. Επίσης, τότε υπήρχαν πολλοί ληστές, που ρήμαζαν τα πάντα. Και για να αντιμετωπίσει αυτό το κύμα ληστών η κυβέρνηση έδωσε εντολή στους εκπροσώπους του νόμου να κάνουν τα στραβά μάτια, όταν κάποιοι ήθελαν να μπουν λαθραίοι σ’ ένα πλοίο για να φύγουν. Τους «βοηθούσε» μπας και λύσει το πρόβλημα. Έφυγαν πολλοί έτσι. Έφυγαν όμως και άλλοι που ήθελαν να φτιάξουν τη ζωή τους. 

Ο ήρωάς μας ήθελε να γλιτώσει απ’ όλη αυτή την κατάσταση. Αυτός και χιλιάδες άλλοι. Δεν είχαν περιθώρια επιλογής. Δεν το έκαναν γιατί τους άρεσε να ταξιδεύουν. Έπρεπε να επιβιώσουν. Το ίδιο πράγμα που πρέπει να κάνουμε κι εμείς σήμερα. Ότι και να γίνει, όποιος και να έφταιξε, εμείς πρέπει να επιβιώσουμε. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο συνύπαρξης και μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες να δημιουργούμε και να διατηρήσουμε το βήμα που έχουμε για να μιλάμε. 

Ο Ανδρέας Κορδοπάτης επιβίωσε;

Ναι. Πήγε στην Αμερική. Λαθρομετανάστης. Έζησε εκεί κυνηγημένος. Τον στείλανε πίσω. Έφυγε και πάλι. Και ξαναγύρισε για να πολεμήσει στους Βαλκανικούς Αγώνες, όπως έκαναν τότε πολλοί Έλληνες. Κι ενώ είχαν βολευτεί. Κι ενώ είχαν φτιάξει την καριέρα τους, τη ζωή τους, τα οικονομικά τους, επέστρεψαν για να πολεμήσουν. Και αυτό το φαινόμενο παρουσιάστηκε και το ’40. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν, αλλά φαίνεται ότι αυτός ο τόπος έχει μεγάλη δύναμη και τους κράτησε. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στέλνανε και συνάλλαγμα. Τότε η οικονομία μας είχε δύο πυλώνες οικονομικούς, το μεταναστευτικό συνάλλαγμα και το ναυτιλιακό συνάλλαγμα. Δεν είχε άλλους πόρους. 

Κι αυτά μας τα διηγείται ο Ανδρέας Κορδοπάτης μόνος πάνω στη σκηνή. Πόσο δύσκολη και πόσο γοητευτική και πόσο τρομακτική είναι αυτή η μοναξιά της σκηνής; 

Είναι τρομακτική γιατί δεν ξέρεις την αντίδραση του κόσμου. Και το θέατρο το κάνεις για τον κόσμο. Και ένας άνθρωπος μόνος πρέπει να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη εγγύηση ως προς το λόγο του Θανάση Βαλτινού. Είναι σπουδαίος λόγος. Ακούς ελληνικά που σπάνια έχουν γραφεί. Και είναι τέτοια η περιπέτεια και οι εναλλαγές που το ξέρεις ότι θα κρατήσει τον κόσμο, αλλά πρέπει να δεις και τον κόσμο. Επιπλέον, το κείμενο έχει μια κρυφή ποίηση και μου ήταν δύσκολο να το φέρω στην φυσική κουβέντα, στην αμεσότητά του. Με παρέσυρε. Και έλεγα μόνος μου: «Πώπω, έτσι θα τα λες;» Μέχρι να καταλαγιάσει και να μείνει εκεί, ήταν δύσκολο. Πολύ. Όμως νομίζω ότι ο κόσμος διαπιστώνει ότι το θέμα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Σαν να έχει γραφτεί γι’ αυτές τις συνθήκες κρυφά. Ότι λες 1900 για να μην πεις 2010. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό. Χωρίς να έχει πρόθεση πολιτική, είναι ένα έργο βαθιά πολιτικό. Και επίκαιρο. 

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.