ΔΕ ΤΣΙΦΛΙΚΑΝΣ

nachmia
Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

της Νίνας Ναχμία

    Λογικά  για  να έχει  κανείς κάτι δικό του, κτήμα του, τσιφλίκι του, πρέπει ή να το έχει από τον γονιό του, έστω και τον πρόγονό του ή να το απέκτησε με τον ιδρώτα του. Όμως εδώ αυτό το παγκοσμίως γνωστόν και εγκεκριμένο μοντελάκι δεν ισχύει. Ο δικός μας τσίφλικαν αν δεν το έχει από τον παππού του, το αποκτάει μόνος του δια της κομπινέησιον. Διότι αν περίμενε να το αποκτήσει με τον ιδρώτα του, ξέρει πως όσα ποτάμια ιδρώτα κι αν ρίξει, το πολύ – πολύ να αποκτήσει κανένα δυάρι στον ακάλυπτο ή κανένα οικοπεδάκι εκτός σχεδίου να του κοτσάρει και κανένα στραβοχυμένο αυθαίρετο γιατί το έχτισε νύχτα και στα μουλωχτά και δεν έβλεπε τι έχτιζε, εντ  δατ’ς ολ μπέιμπυ. Και δόξα τον Γιαραμπή που το κατάφερε κι αυτό. 

Ο τσίφλικαν όμως το έχει δει αλλιώς το σκηνικό. Σου λέει, ο φιλόσοφος, μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την απολαύσουμε τώρα που την έχουμε και αν δεν την απολαύσουν και τα τέκνα μας και τα τέκνα των τέκνων μας τι …ατά ήρθαμε να κάνουμε σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Γιατί σκοτωθήκαμε να μπούμε στην Βουλή, γιατί φιλήσαμε κατουρημένες ποδιές να  πάρουμε ψήφους.

Και είναι και οι άλλοι που φίλησαν κατουρημένες ποδιές να μπουν στο δημόσιο. Για να μη δουλεύουν μεροδούλι μεροπείνα όπως τα άλλα κορόιδα. Δεν σφάξ!… Διότι, αν μπω στο δημόσιο παίρνω και μια άδεια «κλινοστασίας» και την αράζω επί του κρεβατίου μου και μια χαρά εργαζόμενη άνεργη είμαι. Όχι δηλαδή που αν δεν την έπαιρνα θα εργαζόμουνα, αλλά όσο να ναι, κάτι θα ‘κανα.  

Τώρα, αν με ρωτήσετε τι είναι η κλινοστασία, που ούτε στο λεξικό δεν υπάρχει, θα σας την πω γιατί μου την είπε ο Μπαρ – Μπαρ σ’ ένα μπαρ. Όταν, λέει είσαι τελείως στρουμφίτσα και έχεις κάνει το κουμάντο σου για καμιά εκατονπενηνταριά κιλούδια, φυσικό είναι να κατσικωθείς το κρεβάτι και, μόλις πας να το ξεκατσικωθείς, να σού ’ρχονται κάτι μουργελίθρες και να χάνεις τον κόσμο. Άντε δηλαδή να παίρνεις και όλον αυτόν τον όγκο να τον πας με το τρόλεϊ Κουκάκι – Κυψέλη. Τελείως ριψοκίνδυνο το βρίσκω και δεν παίρνω ρίσκο. Γι’ αυτό, παίρνω άδεια που είναι και πιο ανώδυνο.

Όσοι, λέει, παθαίνουν κλινοστασία και δεν μπορούν ν’ αφήσουν τα κλινοσκεπάσματα, τους δίνεται ειδική άδεια, για να πιάνουν γεμάτα. Αντί, δηλαδή να πιάνουν δουλειά στις 9 να πιάνουν στις 12. Άσε που ούτε στις 12 την πιάνουν, γιατί μόλις την πιάσουν την αφήνουν, αλλά λέμε. Πρέπει, λέει να σηκώνονται αργά –  αργά να μην το καταλαβαίνει το κρεβάτι πως του ’φυγε η μαγκιά και να μην τους κάνει ιλίγγους. 

Όπως σας είπα, εγώ αυτή την λέξη «κλινοστασία» ούτε που την ήξερα ούτε που την είχα ματακούσει στη ζωή μου ως πάθηση. Αστασία, ήξερα, Αναστασία πάλι, ως όνομα το ήξερα. Ακαταστασία επίσης. Αλλά πως η οξεία μουργελίτιδα λέγεται και κλινοστασία ούτε που μου πέρναγε από την πιο τολμηρή φαντασία μου. Τώρα θα ξέρω γιατί, όταν πηγαίνω σε μια δημόσια υπηρεσία, πρέπει να πάω δυο και τρεις φορές για να εξυπηρετηθώ. Το προσωπικό… ασθενεί!    

Σχετικά Άρθρα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μία καλύτερη εμπειρία.